ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Το Πήλιο εμπνέει: φαντασία και μυστήριο στο χιόνι

Κένταυρος
Ahermin

Τα δέντρα να είναι χιονισμένα, οι φλόγες απ’το τζάκι να τρεμοπαίζουν κι εσύ στην αγαπημένη σου πολυθρόνα με ένα ποτήρι κόκκινο κρασί, το σκυλάκι να κοιμάται στα πόδια σου και ένα κουβρλί να σκεπάζει και τους δυο σας (στον κόσμο μου δεν υπάρχουν γάτες, όπως αντιλαμβάνεσθε απ’τον Proust και τον Kraken). Κάπου απέναντι αναβοσβήνουν τα φωτάκια του δέντρου. Για να ολοκληρωθεί η βραδιά, χρειάζεται φυσικά και ένα καλό βιβλίο (ή περισσότερα) στο πνεύμα των ημερών (προφανώς αφήνετε για μια μέρα pc, tablets, smartphones και φυσικά facebook, twitter και όλα τα συναφή, γιατί απλά δεν χωράνε στο σκηνικό).

χριστουγεννιάτικα στολίδια
© Piotr Bizior

Και επειδή την ημέρα των Χριστουγέννων ο καιρός πιο πολύ προς Kαθαρά Δευτέρα έφερνε, φαίνεται πως κάτι πάει να γίνει τις επόμενες ημέρες και μπορεί, λένε οι μετεωρολόγοι, να ρίξει και καμιά νιφάδα στη φτωχή πλην τίμια Αθήνα. Είτε χιονίσει πάντως, είτε όχι, αποφάσισα να παρουσιάσω δύο βιβλία που περιέχουν μπόλικο χιόνι, χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα, μυστήριο και φαντασία σε ίσες δόσεις, με ένα κοινό σημείο: το Πήλιο.

«Χιονίζει ήσυχα στις Αγριόλευκες» του Δημήτρη Ψυχογιού και «Κ.Ι.Χ» του Σταυριανού Κιναλόπουλου: αυτά είναι τα βιβλία που επέλεξα για τις γιορτές. Και δεν το μετάνιωσα!

Χιονίζει ήσυχα στις αγριόλευκεςα
Δημήτρης Κ. Ψυχογιός Eκδόσεις Γαβριηλίδης Σελ: 252

Ξεκινάω από το «Χιονίζει ήσυχα στις Αγριόλευκες» του Ψυχογιού, βιβλίο που όχι μόνο με εξέπληξε, αλλά ήταν απ’ αυτά τα μαγικά βιβλία που δεν ήθελα να τελειώσουν, οπότε το διάβαζα, όσο πιο αργά μπορούσα, λες και κατ’ αυτό τον τρόπο οι σελίδες του θα γίνονταν περισσότερες.

Οι «Αγριόλευκες» είναι φυσικά αυτές του Πηλίου, όπου και εκτυλίσσεται η φανταστική υπόθεση του βιβλίου με κέντρο του από τη μία το ίδιο το Πήλιο και από την άλλη τα όνειρα, την πηγή απ’ όπου αυτά εκπορεύονται  και τα διφυή όντα που σχετίζονται με τον κόσμο των ονείρων, τους Ονειροφύλακες και τους Ονειροτρόφους, και φυσικά εμάς τους ανθρώπους που ονειρευόμαστε και τροφοδοτούμε με όνειρα τους τελευταίους.

Χιονισμένο δάσος
© lakedaimonios2006

Το βιβλίο ξεκινάει με τον Γρηγόρη Μανιάτη, χρηματιστή στο επάγγελμα, που αποφασίζει να πάει στο Πήλιο για σκι, με συντροφιά την επιτυχία του από τις χρηματιστηριακές συναλλαγές, επιτυχία που χρωστούσε σε όνειρα που ερμήνευσε σωστά:

«Όμως ο Γρηγόρης Μανιάτης είχε πια εμπιστοσύνη στα όνειρά του: όταν πρωτοείδε τον εαυτό του γυμνό πάνω στη ράχη τού χωρίς πρόσωπο θηλυκού κένταυρου δεν είχε δώσει μεγαλύτερη σημασία από όση δίνει κανείς σε επαναλαμβανόμενο όνειρο – ώσπου συνειδητοποίησε ότι οι πτώσεις και τα πετάγματα συμβάδιζαν με τις κινήσεις του χρηματιστηρίου, οι τιμές των μετοχών ακολουθούσαν την ονειρική πορεία του στο χιόνι.»

Στη συνέχεια συναντά τη Μαρία Σπηλιάδη, πανέμορφη και μυστήρια. Από κει και πέρα ξεκινάει η περιπέτειά του, όταν ξαφνικά αντικρύζει στον καθρέφτη τον εαυτό του να τον κοιτάζει από την ηλικία των 18 χρόνων:

«Μπήκε στο καφενείο του ξενώνα, φώναζε – κανείς δεν γύριζε να τον κοιτάξει, ούτε ο καφετζής ούτε οι πελάτες. Τους έπιασε από τον ώμο, τους τράνταξε, κανείς δεν κατάλαβε το άγγιγμά του. Δεν τον έβλεπαν, δεν τον άκουγαν, δεν υπήρχε για αυτούς, ήταν έξω από το Umwelt τους, την ανθρώπινη υποκειμενικότητά τους, ανήκε σε άλλο κόσμο. Και δεν είχε μάθει ακόμη να χειρίζεται τη νέα του κατάσταση, να περνά από την οικουμένη των Ονειροφυλάκων στην ανθρώπινη και αντιστρόφως».

Πήλιο
© i l p

Ονειροφύλακες και Ονειροτρόφοι, λοιπόν, που κατοικούν στο Πήλιο. Οι πρώτοι είναι άνθρωποι που προστατεύουν τους δεύτερους από τα όνειρα που «καταναλώνουν». Η «τροφή» φυσικά είναι τα όνειρα των ηρώων που παρελαύνουν στο βιβλίο, όπως είναι ο Γρηγόρης Μανιάτης που αναφέραμε παραπάνω και η σύντροφός του Ιφιγένεια Τσαγκάρη, ο καθηγητής Αντώνης Κριτσινέλιας, που ταξιδεύει ανήμερα τα Χριστούγεννα στο Πήλιο με προορισμό τα Χάνια και βλέπει στα πρόσωπα των γυναικών πίνακες του Μποτιτσέλλι, του Μοντιλιάνι και του Καραβάτζιο, ο Δημήτρης Φουσκαρίνης, εισαγωγέας κινέζικων ηλεκτρονικών συσκευών, η αρχιτέκτοντας Τάνια Κούρτη, που θυμάται λεπτομέρειες από ένα ταξίδι στη Σκωτία που δεν έκανε ποτέ, αλλά και ο Παπαρούνας, η Ιωάννα Καρκαβίτσα και πάνω απ’ όλους ο Μανουήλος Γλυνζώνιος (πείτε μου ότι δεν λατρέψατε ήδη τα ονόματα!).

Ένα Πήλιο χιονισμένο και ονειρικό, άνθρωποι καθημερινοί που ονειρεύονται, όντα διφυή που μπαινοβγαίνουν στα όνειρα των ηρώων και ανακατεύουν τον ύπνο και τον ξύπνιο τους. Τελειώνοντας το βιβλίο είναι σα βγήκες από ένα όνειρο, έχοντας παράλληλα μία έντονη επιθυμία να επισκεφθείς το διφυές Πήλιο, κοιτάζοντάς το με άλλη πλέον ματιά.

 

Έγραψαν για το βιβλίο

  1. http://www.bookpress.gr/diabasame/elliniki-pezografia/agriolefkes
  2. http://pezotis.blogspot.gr/2012/01/blog-post_06.html
  3. http://www.tovima.gr/books-ideas/article/?aid=443077

 

Το γραφείο του συγγραφέα
© atramento negro

K.I.X

Έχοντας βαρεθεί αφενός τα σύγχρονα νουάρ που προσπαθούν ανεπιτυχώς να μιμηθούν τους μάστορες του είδους και αφετέρου το σκανδιναβικό μυθιστόρημα μυστηρίου, άλλη μία αναγνωστική έκπληξη αποτέλεσε το Κ.Ι.Χ του θεατρικού συγγραφέα Σταυριανού Κιναλόπουλου («Κι απόψε ένα τρένο έχασα», «Τετραγωνικό», «Τρία Κάππα», «Ασανσέρ», «Ορνιθόρυγχος»).

Κ.Ι.Χ. εξώφυλλο
Σταυριανός Κιναλόπουλος Eκδόσεις ΕΝΤΥΠΟΙΣ Σελ: 265 Eξώφυλλο: Xρήστος Μωραϊτης

Χριστούγεννα του 1972. Τσαγκαράδα Πηλίου. Τα πάντα (ή σχεδόν) συμβαίνουν στο αρχοντικό της Οικογένειας Πετρίδη (κάτοψη του αρχοντικού προς διευκόλυνση του αναγνώστη υπάρχει στις πρώτες σελίδες του βιβλίου).

Yποβλητική ατμόσφαιρα, ανατροπές, σφιχτοδεμένη πλοκή, στέρεοι και ζωντανοί χαρακτήρες: τι άλλο να θελήσει κανείς από ένα καλό μυθιστόρημα μυστηρίου; Αυτό ωστόσο που διαφοροποιεί το εν λόγω βιβλίο από άλλα του είδους είναι οι θεατρικοί διάλογοι (πιστέψτε με δεν κουράζουν καθόλου).

«Σκόνες και σκέψεις κάθονται βαριές στους δείκτες. Τικ…και η απάντηση αργεί. Τακ…κι ακόμη ένα ερωτηματικό προστέθηκε. Το στόμα του στυφό. Μια φιγούρα ξεχωρίζει δειλά από τις σκιές. Ένας άντρας. Σκαλίζει με τα δόντια του την άκρη της ερεικινής πένας του. Στέγνωσε. Πρέπει να αλλάξει μελάνη μαύρη. Πρέπει να γράψει ξανά. Να βάλει σε τάξη τις πληροφορίες που συνέλεξε.

Πράσινο. Φως. Έτσι, βλέπει όσα επιθυμούν να κρυφτούν. Τσαλακωμένα χαρτιά, σημειώσεις πεταμένες, οκάδες φαιάς ουσίας γραμμένες με σκούρα κεφαλαία γράμματα. Αρχαιοελληνικά. Στοίβες κίτρινοι φάκελοι πάνω στο αντικέ έπιπλο του γραφείου με τα λιονταρίσια πόδια. Το μπροστινό δεξί, γδαρμένο από τη χρυσόρυγχη πένα του. Ένα είναι αυτό που απολαμβάνει. Ξαπλώνει το κεφάλι στην επιφάνεια του γραφείου και το μυαλό του τρέχει. Το μυαλό τρέχει και τα δεκαοχτώ μυτερά καράτια της πένας, αργά, σαρκοβόρα, γδέρνουν το λιονταρίσιο πόδι. Αφουγκράζεται την επιφάνεια  -τα σπλάχνα του θεριού- σαν να του ψιθυρίζει τα μυστικά υπό το βάρος των κίτρινων φακέλων.

Σηκώνεται. Βήμα. Ακόμη ένα. Σταματά. Στέκεται στη γωνιά της θολής τζαμαρίας. Παρατηρεί τις σκιές να γελάνε μαζί του. Αυτός όμως, χαμογελά. Σαν κάποιον που ξέρει…πως σύντομα θα μάθει. Σαν κάποιον που τα μάτια του συνήθισαν στο σκοτάδι. Κι έτσι, τις αφηγείται.»

Δεν επιτρέπεται να πω τίποτα περισσότερο. Πιστέψτε με, θα το διαβάσετε σε ένα (ή δύο) βράδια. Σε περίπτωση που βρείτε τον δολοφόνο…Κ.Ι.Χ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *