ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Στο τέλος της γης του Νταβίντ Γκρόσμαν

Γυναίκα στα χωράφια
© Janusz-Gawron

Πώς ένας συγγραφέας συνεχίζει να αφηγείται την ιστορία του, όταν εφτά μέρες πριν έχει χάσει το παιδί του;

Πως εξακολουθεί να γράφει, όταν η ίδια η ιστορία που διηγείται έχει ως στόχο να ξορκίσει το κακό, ν’ ακυρώσει το αναπόφευκτο, να σώσει το γιο του, χωρίς  στο τέλος να το καταφέρνει;

Στο τέλος της γης εξώφυλλο
Μετάφραση: Λουίζα Μιζάν Εκδόσεις Καστανιώτη Σελ: 752 Eξώφυλλο: Αντώνης Αγγελάκης

Μια μάνα/ηρωΐδα βιβλίου φτάνει στο τέλος της γης, για να μην είναι στο σπίτι, όταν θα της φέρουν οι στρατιώτες το μαντάτο του θανάτου του γιου της στο μέτωπο, και ένας πατέρας/συγγραφέας, που γράφει την ιστορία του, για να προστατεύσει -κατά κάποιον τρόπο- τον γιο του Ούρι από τον θάνατο, φτάνοντας στο τέλος της δικής του γης και παραδίδοντάς μας ένα μεγαλειώδες έργο, ήδη κλασικό, και μια ηρωΐδα, την Όρα, που γι’ αυτήν είπε ο Paul Auster ότι «Ο Φλομπέρ δημιούργησε την Έμμα, ο Τολστόι την Άννα και τώρα ο Γκρόσμαν μάς δίνει την Όρα, τόσο αληθινή και ζωντανή όσο κανένας άλλος χαρακτήρας στη σύγχρονη πεζογραφία.» Μόνο όταν κανείς ολοκληρώσει αυτό το βαθιά ανθρώπινο και αντιπολεμικό αριστούργημα καταλαβαίνει ότι ο Auster έχει απόλυτο δίκιο.

Αναφορικά με την ιστορία, η Όρα, προαισθάνεται τον θάνατο του δευτερότοκου γιου της, Όφερ, ο οποίος, εθελοντικά, πηγαίνει να συναντήσει το πεπρωμένο του, όταν σε μία κρίση στις σχέσεις Ισραήλ και Λιβάνου θα βρεθεί στην πρώτη γραμμή να πολεμάει για την πατρίδα του. Τον Όφερ θα μεταφέρει στην γραμμή των επιχειρήσεων η ίδια η Όρα και ο Άραβας ταξιτζής που είναι στη δούλεψη της οικογένειας της Όρας.

«Τα πάντα ήταν ένα μεγάλο λάθος που δεν παίρνει διόρθωση. Της φαινόταν πως, όσο πλησίαζε η στιγμή του αποχωρισμού, οι συνοδοί και οι συνοδευόμενοι είχαν καταληφθεί από μια ξένοιαστη ευφορία, λες κι είχαν εισπνεύσει όλοι μαζί κάποιο ναρκωτικό προορισμένο να εξασθενίσει την αντίληψή τους. Η ατμόσφαιρα βούιζε λες κι ετοιμαζόταν να φύγει η ετήσια σχολική εκδρομή ή ν’ αρχίσει το ταξίδι αναψυχής μιας τεράστιας οικογένειας. […] Η Όρα διψούσε, είχε σκάσει. Σερνόταν σχεδόν τρέχοντας πίσω από την πλάτη του γιου της. Κάθε φορά που το βλέμμα της έπεφτε σε κάποιον στρατιώτη, στο πρόσωπο ενός στρατιώτη, αναπηδούσε χωρίς να το καταλαβαίνει, φοβόταν μήπως παρέμενε στη μνήμη της: ο Όφερ τής είχε πει πως μερικές φορές, όταν φωτογραφίζονται πριν ριχτούν στη μάχη, φροντίζουν να κρατούν τα κεφάλια τους σε απόσταση το ένα από το άλλο, για να υπάρχει χώρος για τον κόκκινο κύκλο που θα τα περιβάλει αργότερα, στην εφημερίδα».

Όρα
© greenfaery

Ο σύζυγός της, Ίλαν, την έχει εγκαταλείψει, ενώ κατά τη διάρκεια αυτού του ιδιαίτερου οδοιπορικού της Όρα, αυτός βρίσκεται σε ταξίδι στη Λατινική Αμερική μαζί με τον πρωτότοκο γιο τους, τον Άνταμ. Εκείνη είχε κανονίσει να κάνει το οδοιπορικό με τον Όφερ. Λόγω ωστόσο των εξελίξεων και της επιθυμίας του γιου της να πολεμήσει, αυτό ακυρώνεται.

Προαισθανόμενη τον θάνατο του γιου της και προκειμένου ν’ αποφύγει να λάβει την κακή είδηση του θανάτου του από τους στρατιώτες στο κατώφλι του σπιτιού της, αποφασίζει να περπατήσει στα βόρεια της χώρας με συντροφιά τον Άβραμ, έναν μεγάλο της έρωτα από το παρελθόν, με τον οποίο είχε χαθεί αρκετά χρόνια πριν. Σ’ αυτό το συγκλονιστικό κυνηγητό/κρυφτό της πρωταγωνίστριας με την είδηση, διατρέχουμε κι εμείς μαζί της την ιστορία του σύγχρονου Ισραήλ, από τον πόλεμο των Έξι Ημερών του 1967 (όπου γνωρίζεται με τον Άβραμ και τον Ίλαν σε μία εγκαταλειμμένη ψυχιατρική κλινική) έως σήμερα και στην κρίση των σχέσεων Ισραήλ – Λιβάνου, που είχε ως αποτέλεσμα να πάει ο γιος της στο μέτωπο. Ο Άβραμ, συνοδοιπόρος της σ’ αυτό το φευγιό από τη μοίρα της, είναι σκιά του εαυτού του, μετά από τα βασανιστήρια που υπέστη, όταν πιάστηκε αιχμάλωτος από τους Αιγύπτιους, κάτι για το οποίο, τόσο η Όρα, όσο και ο Ίλαν θεωρούν τους εαυτούς τους υπαίτιους.

Προσέξτε πόσο όμορφα αποδίδεται η επιθυμία των ασυρματιστών να ακούσουν ακόμη και τους εχθρούς τους σε φυσιολογικές ανθρώπινες στιγμές:

«Τις χιλιάδες ώρες που άκουγε τις φωνές των Αιγυπτίων στρατιωτών μέσ’ από τις συσκευές ακρόασης στο υπόγειο καταφύγιο του Μπάβελ, κι όλες τις μέρες και νύχτες που μετέφραζε τις συζητήσεις τους, κι έπαιρνε μέρος στις στρατιωτικές τους διαδικασίες και συνήθειες αλλά και στις μικρές ανθρώπινες στιγμές τους, στα ανέκδοτα και στις χυδαιολογίες και στα πιο προσωπικά μυστικά τους, ποτέ δεν είχε αισθανθεί τόσο έντονα πως είναι άνθρωποι αληθινοί, υπαρκτοί, από σάρκα και οστά, όπως το αισθανόταν αυτή τη στιγμή, που αγκάλιαζαν τον φίλο τους τον πιλότο. Εγώ, αντίθετα, το είχα αντιληφθεί, λέει ο Άβραμ στην Όρα. Είναι η πρώτη φορά εδώ και αρκετή ώρα που μιλάει. Είχα παθιαστεί μ’ αυτή την υπόθεση της ακρόασης περισσότερο απ’ όλους τους ασυρματιστές που βρίσκονταν εκεί, περισσότερο κι από τους ειδικούς στις παρακολουθήσεις. Με τρέλαινε το γεγονός πως μπορούσες να κρυφακούς έτσι ελεύθερα όποιον άνοιγε απλά το στόμα του. Και που είχες τη δυνατότητα ν’ ακούς τι έλεγαν οι άνθρωποι μεταξύ τους κεκλεισμένων των θυρών. Η αλήθεια είναι, λέει γελώντας, πως εμένα λίγο μ’ ενδιέφεραν τα στρατιωτικά μυστικά, το ξέρεις, εμένα μ’ ένοιαζαν οι σαχλαμάρες, οι μικρές ίντριγκες των αξιωματικών, οι μπηχτές, το κουτσομπολιό, διάφορα στοιχεία ενδεικτικά της προσωπικής τους ζωής. Ήταν δύο ασυρματιστές από τη Δεύτερη Στρατιά, δυο φελάχοι από το Δέλτα, που ξαφνικά συνειδητοποίησα πως ήταν ερωτευμένοι μεταξύ τους, πως περνούσαν μηνύματα ο ένας στον άλλο μέσ’ από τις επίσημες εκπομπές. Τέτοια πράγματα έψαχνα.
Την ανθρώπινη φωνή; αναρωτιέται η Όρα.»

Στρατιώτης
© ArmyAmber

Κατά τη διάρκεια του οδοιπορικού αυτού στη γη του Ισραήλ η Όρα θα ανακαλέσει με ακρίβεια κάθε ανάμνηση του γιου της Όφερ, αφού θεωρεί ότι κρατώντας τον ζωντανό στη μνήμη της, τον κρατάει ζωντανό και στην πραγματικότητα.

στρατιώτης
© disfony

«Κάθε τρεις εβδομάδες περίπου ερχόταν με άδεια, διηγείται η Όρα, κι εκείνη πηδούσε πάνω του μόλις έμπαινε στο σπίτι, κολλούσε στην αγκαλιά του με όλο της το σώμα, κι αμέσως θυμόταν ν’ απομακρύνει το στήθος της, κι ένιωθε στα μάγουλά της τις μαλακές ακόμα τριχούλες στο πρόσωπό του, και τα δάχτυλά της μεταφέρονταν πέρα από το μέταλλο του όπλου στην πλάτη του, ψάχνοντας ένα μέρος αποστρατιωτικοποιημένο, ένα μέρος που να μην ανήκε στο στρατό, ένα μέρος για την παλάμη της.»

Από τις πιο δυνατές σελίδες είναι αυτές, στις οποίες περιγράφεται ο έρωτας που κάνουν ο Ίλαν με την Όρα (όταν είναι έγκυος στον Όφερ), ενώ παράλληλα -και ενώ είναι μέσα της- ο Ίλαν  της εξιστορεί εμπειρίες από τον πόλεμο:

«Αποδείχτηκε πως είχαμε μπει σ’ένα αιγυπτιακό στρατόπεδο της είπε ο Ίλαν εκείνη την αυγή. Το κορμί του ήταν πλέον γαλήνιο, ήταν όμως γραπωμένος μέσα της και τα χέρια του ήταν μπηγμένα στο κρέας των ώμων της. Εγώ μάλιστα πάτησα την κουβέρτα κάποιου που κοιμόταν εκεί.

Εκείνη κειτόταν ζαλισμένη και το σώμα της τρεμούλιαζε ακόμα γύρω από τη σάρκα του.

Δεν κουνιόμασταν, ούτε αναπνέαμε. Το άρμα έφυγε. Δεν μας ανακάλυψε. Δεν είδε τίποτα.[…]

Εκείνη ήθελε να βγει από μέσα της αμέσως, Δεν μπορούσε να μιλήσει.

Μετά ανέτειλε ο ήλιος. Δεν ξέραμε που βρισκόμασταν, κι αν ήταν εδάφη δικά μας ή δικά τους πλέον. Και πού ήταν ο ισραηλινός στρατός, αν υφίστατο καν ισραηλινός στρατός; […] Στα υψώματα από πάνω μας φλέγονταν τανκς. Τεράστιες φλόγες. Δεν ξέραμε ποιανού ήταν. Όλη η περιοχή βρομούσε καμένη σάρκα, δεν μπορείς να το φανταστείς, Όρα.

Εκείνη κουνήθηκε κι εκείνος κόλλησε κι άλλο πάνω στο κορμί της. Με το ζόρι την άφηνε ν’ αναπνεύσει, Είχε την αίσθηση πως το έμβρυο παλλόταν ξαφνικά διαφορετικά, πιο επιτακτικά. Αναρωτιόταν αν υπήρχε περίπτωση να αφομοιώνει κάτι απ’ όλα όσα της έλεγε ο Ίλαν. […]

Οι σφαίρες σφυρίζουν γύρω μας όπως στις ταινίες. Όταν φτάσαμε στην κορυφή, διαπιστώσαμε πως την είχαν κατακλύσει οι Αιγύπτιοι. Πιστέψαμε πως έφτασε το τέλος μας.

Δεν μπορώ ν’ αναπνεύσω έτσι, Ίλαν-

[…] Μας φώναζαν στον ασύρματο να ρίξουμε φωτοβολίδες για να δουν πού ήμασταν. Ρίξαμε φωτοβολίδες, μας εντόπισαν. Όρα, τι είπες;

Ίλαν!

Συγγνώμη, συγγνώμη. Σε πόνεσα;

Βγες, βγες πια.

Λίγο ακόμα, σε παρακαλώ, μια στιγμή, πρέπει να σου πω-

Δεν είμαι καλά, Ίλαν-

Άκουσέ με, δώσε μου ακόμα ένα λεπτό. Σε παρακαλώ, Όρα, όχι παραπάνω. […]

Αυτό το παιδί, σκεφτόταν η Όρα, τι ακούει πριν ακόμα γεννηθεί.

Το τανκ πηδάει σαν τρελό, μουρμούρισε ο Ίλαν και την έσφιξε ξανά σπασμωδικά, τα κόκαλα σπάνε, με το ζόρι αναπνέεις, όλα είναι μέσα στο χώμα, πέτρες πετάγονται, κλείνεις απλά κάθε άνοιγμα του κορμιού σου, αρκεί να ζήσω, να ζήσω.

Το χώμα εισέβαλλε στο στόμα της, στη μύτη της, κίτρινες ριπές της ερήμου. Πνίγηκε κι έβηξε, Είχε την αίσθηση πως το έμβρυο είχε ζαρώσει επίσης μέσα της, αγωνιζόταν να γυρίσει ανάποδα, με την πλάτη.

Αρκετά, φτάνει, αναστέναξε μέσα της, φτάνει να μου δηλητηριάζεις το παιδί.

έρωτας
© Nefertiti-92

Κι έτσι πήγαμε κάμποσα χιλιόμετρα πάνω στο τανκ. Και ξαφνικά – αυτό ήταν. Τελείωσε. Βγήκαμε από τη γραμμή του πυρός. Με δυσκολία άφησα το πόδι αυτού που ήταν από πάνω μου. Το χέρι μου δεν ήθελε ν’ ανοίξει.
Οι μύες του χαλάρωσαν. Το κεφάλι του αναπαύτηκε πάνω στον αυχένα της, βαρύ σαν πέτρα. Τα δάχτυλά του αποκόπηκαν απ’ το κορμί της και παρέμειναν ανοιχτά μπροστά στο πρόσωπό της. Εκείνη δεν κουνήθηκε. Εκείνος ξεγλίστρησε από μέσα της. Ένα λεπτό πέρασε, κι άλλο ένα. Ανάσανε βαριά. Το πρόσωπό του ακομπούσε πάνω της, ήταν κουλουριασμένος ολόκληρος, ανήμπορος. Ένας σπασμός διαπέρασε το κορμί της.

Ίλαν, μουρμούρισε. Οι κρόταφοί της άρχισαν να χτυπούν με δύναμη, και στάλες ιδρώτα στρογγύλευαν πάνω στο δέρμα της. Το σώμα της προσπαθούσε να της πει κάτι.
Ανασηκώθηκε στον αγκώνα της κι έμοιαζε σαν να ετοιμαζόταν να τον ακούσει.
Ίλαν, νομίζω-

Όρα, τι κάναμε; τον άκουσε να ψιθυρίζει πανικόβλητος, τι έκανα;
Άγγιξε τα υγρά της μπούτια και ρούφηξε τη μύτη της: Ίλαν, είπε, νομίζω πως ήρθε η ώρα.»

Άντρας μέσα στο βυθό
© Phoenixstamatis

Προφορικότητα στο λόγο, παραληρήματα, εσωτερικοί μονόλογοι, διάλογοι χωρίς να δηλώνεται ποιος μιλάει κάθε φορά, συνεχείς αναδρομές, πένθος προσωπικό και συλλογικό, πένθος για την οικογένεια που δεν θα είναι ποτέ ξανά η ίδια, πένθος για ένα παιδί ζωντανό και ένα παιδί νεκρό, πένθος για την επιλογή μεταξύ ομορφιάς και ευφυίας, πένθος για μια χώρα που δεν αντιλαμβάνεται ότι η δική της ευημερία περνάει αναγκαστικά από την ευημερία των γειτόνων της, πένθος για την ιστορία που θέλοντας και μη σε αγγίζει και σε επηρεάζει με απόλυτο τρόπο, ανεξαρτήτως εθνικότητας.

Όταν ολοκλήρωσα το βιβλίο, χρειάστηκα γύρω στις δέκα ημέρες, για να συνέλθω και να πιάσω οποιοδήποτε βιβλίο στα χέρια μου, η δε Όρα έρχεται ξανά και ξανά στη σκέψη μου, ενώ είναι τόσο ζωντανή που μπορώ σχεδόν να τη φανταστώ να περπατάει ακόμα στα βουνά της Γαλιλαίας, προσπαθώντας ν’ αποφύγει την κακή είδηση.

Νταβίντ ΓκρόσμανΟ συγγραφέας

Από τους μεγαλύτερους συγγραφείς στο Ισραήλ αποτελεί μαζί με τον Άμος Οζ και τον Άμπρααμ Γεοσούα την «τριάδα της ειρήνης» της μικρής αυτής χώρας με τη μεγάλη ιστορία. Γεννημένος το 1954 στην Ιερουσαλήμ, είναι γνωστός για τους αγώνες του για την ειρήνευση στη Μέση Ανατολή και τη συγκρότηση του παλαιστινιακού κράτους. Το «Στο τέλος της Γης» βραβεύτηκε μεταξύ άλλων με το Βραβείο Ειρήνης των Γερμανών Βιβλιοπωλών.

Η τραγική ιστορία του θανάτου του γιου του Ούρι σε πολεμικές επιχειρήσεις του Ισραήλ με τον Λίβανο είναι γνωστή, ενώ συνέβη κατά τη συγγραφή του βιβλίου αυτού. Μάλιστα, όπως μας πληροφορεί ο συγγραφέας στο τέλος του βιβλίου «Ο Ούρι γνώριζε πολύ καλά την υπόθεση του βιβλίου και τους ήρωές του. Κάθε φορά που μιλούσαμε στο τηλέφωνο, και ειδικά όταν ερχόταν στο σπίτι με άδεια, ρωτούσε τα νέα του βιβλίου και των ηρώων του («τι έπαθαν αυτή την εβοδμάδα;» ήταν η συνήθης ερώτησή του) […] Κι είχα την αίσθηση- ή, πιο σωστά, την ψευδαίσθηση-πως το βιβλίο που έγραφα θα τον προστάτευε. Στις 12 Αυγουστου 2006, τις τελευταίες ώρες του Δεύτερου Πολέμου στο Λίβανο, ο Ούρι σκοτώθηκε στον νότιο Λίβανο. […] Με τη λήξη του επταήμερου πένθους στο σπίτι, επέστρεψα στο βιβλίο. Το μεγαλύτερο μέρος του είχε ήδη γραφτεί. Αυτό που άλλαξε, πάνω απ’ όλα, ήταν ο απόηχος της πραγματικότητας μέσα στον οποίο γράφτηκε η τελική εκδοχή του». Από τις Εκδόσεις Καστανιώτη κυκλοφορούν επίσης άλλα δύο βιβλία του, το «Παιδί ζιγκ-ζαγκ» και το «Η μνήμη του δέρματος».

Δείτε τον συγγραφέα να μιλάει για το βιβλίο

Διαβάστε συνέντευξη του συγγραφέα στο «The Paris Review»

http://www.theparisreview.org/interviews/5794/the-art-of-fiction-no-194-david-grossman

Έγραψαν για το βιβλίο

  1. http://archive.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=617935
  2. http://librofilo.blogspot.gr/2012/05/blog-post_23.html
  3. http://www.bookpress.gr/diabasame/xeni-pezografia/telos-tis-gis
  4. http://anagnostria.blogspot.gr/2011/07/blog-post_16.html
  5. http://anagnosi.blogspot.gr/2011/11/blog-post_26.html
  6. http://lesxianagnosisbiblioudegas.blogspot.gr/2012/08/blog-post_9556.html
  7. http://nytimes.com/2010/09/26/books/review/Toibin-t.html?_r=0
  8. http://www.complete-review.com/reviews/israel/grossmd2.htm

 

0 σκέψεις στο “Στο τέλος της γης του Νταβίντ Γκρόσμαν”

  1. PROUST&KRAKEN λέει:

    Χαίρομαι πάρα πολύ! Προσυπογράφω! Το έχω διαβάσει το "Έτσι ισχυρίζεται ο Περέιρα". Το λάτρεψα. Αλλά εξακολουθώ να αγαπώ περισσότερο το "Είναι αργά όλο και πιο αργά".

  2. Rosa Mund λέει:

    Πόσο χαίρομαι που διαβάσατε αυτό το βιβλίο!
    Προσωπικά, το βρήκα συ-γκλο-νι-στι-κό. Η Όρα είναι από τις μετρημένες ηρωίδες που κλωθογύριζαν για καιρό στο μυαλό μου, πριν με πάρει ο ύπνος, σχεδόν εμμονικά, σε βαθμό ταύτισης.
    Αριστουργηματικό, εκτός από συγκλονιστικό. Καθαρή λογοτεχνία υψηλής κλάσης.
    Είχα ακούσει τα καλύτερα, αλλά η αίσθηση είναι εντελώς διαφορετική όταν αρχίζεις να το διαβάζεις. Προσυπογράφω τα λόγια του Όστερ -παρά τη δηλωμένη αντιπάθειά μου προς τη Μαντάμ …Μποβαρέθηκα και στις τρεις αναγνώσεις της (σε διαφορετικές ηλικίες).

    ΥΓ. "Είναι αργά, όλο και πιο αργά" του Αntonio Tabucchi: ένα επίσης εξαιρετικό βιβλίο. Λάτρεψα να το διαβάζω. Σας προτείνω το "Έτσι ισχυρίζεται ο Περέιρα" του ίδιου.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *