ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Μάσκες του Λεονάρδο Παδούρα

Ταμπέλα ξενοδοχείου
© Chelle2008

«Η ζέστη είναι μια κακόψυχη μάστιγα που κατακυριεύει τα πάντα. Η ζέστη πέφτει σαν μανδύας από κόκκινο μετάξι, εφαρμοστός και πυκνοϋφασμένος, τυλίγοντας τα σώματα, τα δέντρα, τα αντικείμενα, για να ενσταλάξει μέσα τους το σκοτεινό δηλητήριο της απελπισίας και τον πιο αργό και σίγουρο θάνατο. Είναι μια τιμωρία χωρίς εφέσεις και ελαφρυντικά, που μοιάζει να έχει βαλθεί να εξολοθρεύσει ολόκληρη την ορατή οικουμένη, παρόλο που η θανατερή της δίνη θα’πρεπε να έχει επιπέσει στην αιρετική πόλη, στην καταδικασμένη συνοικία…Η ζέστη συντρίβει τα πάντα, τυραννάει τον κόσμο, διαβρώνει ό,τι θα μπορούσε να σωθεί και αφυπνίζει μόνο την οργή, τη μνησικακία, το φθόνο, το πιο κολασμένο μίσος, λες και ο σκοπός της είναι να φέρει το τέλος του χρόνου, τις ιστορίας, της ανθρωπότητας και της μνήμης… ».

Μάσκες εξώφυλλο
Mετάφραση: Κώστας Αθανασίου
Σελ.: 249
Εκδόσεις Καστανιώτη
Μακέτα Εξωφύλλου: Αντώνης Αγγελάκης

Είτε το διαβάσει κανείς σαν ατμοσφαιρικό νουάρ, είτε σαν πολιτικό, υπαρξιακό, φιλοσοφικό μυθιστόρημα, θα βγει κερδισμένος. Είναι η πρώτη μου επαφή με τον εξαιρετικό Λεονάρδο Παδούρα και παρά το γεγονός ότι στη βιβλιοθήκη μου υπάρχει εδώ και καιρό το «Αντιός, Χεμινγουέι», το πολυβραβευμένο «Ο άνθρωπος που αγαπούσε τα σκυλιά», καθώς και οι πιο πρόσφατοι «Αιρετικοί» (όλα από τις εκδόσεις «Καστανιώτη»), κάτι ο τίτλος, κάτι η περιέργεια για το πού θα το πάει ο συγγραφέας με την κοινότητα των ομοφυλοφίλων στην Κούβα του Κάστρο (και πόσο τολμηρός θα είναι ως προς την ενδεχόμενη καταγγελία αυτών που συνέβαιναν και συμβαίνουν στο μακρινό αυτό νησί), μου κίνησαν την περιέργεια και αποφάσισα να γνωριστώ με τον Παδούρα μέσα από τις υπέροχες «Μάσκες» του, το τρίτο μέρος της τετραλογίας της Αβάνας ή «Τέσσερεις Εποχές», όπως είναι ευρύτερα γνωστή. Τα υπόλοιπα τρία, δυστυχώς, δεν έχουν μεταφραστεί στη χώρα μας. Όπως κάθε νουάρ που σέβεται τον εαυτό του και τον αναγνώστη, έτσι κι εδώ υπάρχει ένας αστυνομικός λίγο σκληρός, λίγο ευαίσθητος, με κάποια θεματάκια που τον βασανίζουν και κάποια άλλα θαμμένα πιο βαθιά μέσα του. Ένα από αυτά είναι η αγάπη του για τη λογοτεχνία. Όνειρό του να γίνει κάποια στιγμή συγγραφέας. Γέννημα θρέμμα της Αβάνας, ο Μάριο Κόντε, ήρωας του Παδούρα στις «Τέσσερεις Εποχές», είναι ένας υπολοχαγός (δεν υπάρχουν αστυνομικοί στην Κούβα) που έχει αναλάβει την υπόθεση με τη δολοφονία του Αλέξις Αραγιάν, γιου ενός γνωστού στους πολιτικούς κύκλους της Αβάνας διπλωμάτη. Ο Αλέξις λοιπόν -αν και δεν είναι τραβεστί- βρίσκεται νεκρός, ντυμένος με ένα κατακόκκινο φόρεμα, στις όχθες ενός ποταμού, σε δάσος της Αβάνας.

Δάσος τροπικό
© Geoffrey Whiteway

«Χωρίς περιπολικά, χωρίς ασθενοφόρα με προσποιητή βιασύνη, χωρίς τον απρεπή κλοιό των περιέργων, χωρίς τους φωτογράφους, τους ιατροδικαστές και τους αστυνομικούς που είχε συγκαλέσει ο θάνατος, εκείνο το δάσος των φαντασιώσεων, στη μέση της πόλης και δίπλα στο βρόμικο ποτάμι, απέπνεε μια αρμονία την οποία ο Κόντε προσπάθησε να εισπνεύσει από κάθε πόρο του κορμιού του και να την ιδιοποιηθεί με τρόπο λαίμαργο και επείγοντα. Η βία και εκείνο το μέρος τού φαίνονταν τώρα δυο πράγματα τόσο ξένα μεταξύ τους που η ίδια του η παρουσία στο σημείο κατέληγε να μοιάζει εξευτελιστική και αταίριαστη, και, ως συνήθως, σκεφτόταν τη νοσηρή ικανότητα του θανάτου να αλλοιώνει τα πάντα. Εκείνο το χορτάρι, το τόσο πράσινο, ο ακούραστος ψίθυρος του ποταμού, η ευγενική σκιά των δέντρων, είχαν υπάρξει, μόλις λίγες ώρες νωρίτερα, το ντεκόρ της μακάβριας σκηνής μιας δολοφονίας της οποίας την προϊστορία και τη μεταϊστορία προσπαθούσε ο αστυνομικός να συλλάβει, με εκείνη την -τόσο λίγο επαγγελματική- μανία που ένιωθε όταν άρχιζε να αισθάνεται ότι εμπλέκεται προσωπικά. Γι’ αυτόν βρισκόταν τώρα στον τόπο του εγκλήματος, ανώνυμο για άλλους -ποτέ δεν θα ορθωνόταν εκεί ένα αλαζονικό επιτύμβιο εις μνήμην του πρώτου Κουβανού τραβεστί που σκοτώθηκε στη μάχη του σεξ-, εκεί όπου είχε τελειώσει τη ζωή του ο Αλέξις Αραγιάν και είχε αρχίσει το εσχατολογικό έργο του Μάριο Κόντε. Εκείνη τη στιγμή ο θάνατος είχε μετατραπεί σε κοινωνικό συμβάν, πολύ περισσότερο από ένα δραστικό βιολογικό γεγονός που καμία επιστήμη, μαθηματική, ιατρική, φυσική ή υπερφυσική, δεν μπορούσε πλέον να ανατρέψει».

Η αναζήτηση του δολοφόνου θα αναγκάσει τον ομοφοβικό Μάριο Κόντε να συναναστραφεί με ομοφυλόφιλους καλλιτέχνες, τραβεστί και τον κόσμο της ομοφυλόφιλης κοινότητας της Αβάνας, έναν κόσμο που κρύβεται από φόβο, αφού στον σοσιαλιστικό «παράδεισο» της Κούβας η ομοφυλοφιλία και ο τραβεστισμός δεν πρέπει να υπάρχουν. Κατά την αναζήτηση του δολοφόνου του νεαρού Αλέξις θα γνωρίσουμε τους παιδικούς φίλους του Μάριο Κόντε, τον Κοκκαλιάρη Κάρλος, τον Κάντιτο τον Κόκκινο, τη Χοσεφίνα, μητέρα του Κάρλος του Κοκκαλιάρη, που από ελάχιστα υλικά φτιάχνει φαγητά – αριστουργήματα, αλλά και την Μαρία Αντόνια, τη γυναίκα που έγινε μάνα με ξένο παιδί, την Πόλυ και κυρίως τον Αλμπέρτο Μαρκές, τον σκηνοθέτη που το καθεστώς κατέστρεψε θεωρώντας τον κακοήθη όγκο «…που έπρεπε να ξεριζωθεί για το κοινωνικό, οικονομικό, και πολιτικό καλό αυτού του όμορφου νησιού που είναι μόνο μεν αλλά αταλάντευτο». Μέσα λοιπόν από τον Αλμπέρτο Μαρκές που μυεί τον Μάριο Κόντε στην ομοφυλόφιλη ιντελιγκέντσια της Αβάνας, στην προσπάθεια του δεύτερου να βρει τον δολοφόνο του νεαρού Αλέξις, ο ομοφοβικός Κόντε θα αλλάξει, θα ωριμάσει, θα αποδεχτεί το διαφορετικό και θα συμφιλιωθεί με την πιο ευαίσθητη πλευρά του εαυτού του, ενθυμούμενος σταδιακά την αγάπη του για τη λογοτεχνία και τη συγγραφή. Παράλληλα, μέσα από τις περιγραφές του Αλμπέρτο Μαρκές, θα γνωρίσουμε μαζί με τον Μάριο τα προβλήματα της ομοφυλόφιλης, σκληρά στιγματισμένης κοινότητας της Αβάνας, με το καθεστώς να κάνει ό,τι περνάει απ’ το χέρι του, για να καταστρέψει κάθε προσπάθεια δημιουργίας από ομοφυλόφιλους καλλιτέχνες (διαβάζοντας τις συγκεκριμένες σελίδες θυμήθηκα τα γεμάτα λάσπη πρωτοσέλιδα της Αυριανής για τον Χατζιδάκι και τον πόλεμο που είχε ξεσπάσει εναντίον του μεγάλου μας συνθέτη τη δεκαετία του ογδόντα, αν και για διαφορετικούς λόγους: http://www.mixanitouxronou.gr/o-manos-chatzidakis-monos-enantion-tis-afrianis/).

Σκοτεινό σοκάκι
© Tsjil

«…διότι κατόπιν ήρθε η δίκη για την αισθητική μου: είπαν ότι τα έργα μου και οι σκηνοθεσίες μου το μόνο που επιδίωκαν ήταν να μετατρέψουν το σνομπισμό, την εκκεντρικότητα, την ομοφυλοφιλία και άλλες κοινωνικές παρεκκλίσεις σε μοναδικό αισθητικό υλικό, ότι είχα εκτραπεί από το δρόμο των πιο αγνών προσδοκιών με όλη εκείνη τη φιλοσοφία της σκληρότητας, του παραλόγου και του ολοκληρωτικού θεάτρου και ότι δεν επρόκειτο να μου επιτραπεί αυτή η “δεσποτική αλαζονεία”…να διεκδικώ για τον εαυτό μου το ρόλο του αποκλειστικού κριτή της κουβανικής κοινωνίας και ιστορίας, ενώ ταυτόχρονα εγκατέλειπα το θέατρο των αληθινών αγώνων και χρησιμοποιούσα τους λατινοαμερικάνικους λαούς ως θέματα για έργα που τους μετέτρεπαν σε αγαπημένους των αστικών θεάτρων και των εκδοτικών οίκων του ιμπεριαλισμού…Και στο τέλος άρχισε η ψηφοφορία…Και έγινε ψηφοφορία για οτιδήποτε μπορούσε να γίνει ψηφοφορία, η παραμονή μου στη θεατρική ομάδα, στην ομάδα που εγώ ο ίδιος ίδρυσα, στην οποία έδωσα όνομα και όλη τη ζωή μου, και από τους είκοσι έξι παρόντες οι είκοσι τέσσερις σήκωσαν το χέρι, ζητώντας την αποβολή μου, και δύο, μόλις δύο, δεν μπόρεσαν να το αντέξουν όλο αυτό και έφυγαν από το θέατρο. Τότε έγινε η ψηφοφορία για την παραμονή εκείνων των δύο και αποφασίστηκε η αποβολή τους με ψήφους είκοσι τέσσερις υπέρ και καμία κατά…».

Παρ’ όλο που το μυστήριο δεν υπολείπεται σε ενδιαφέρον από τα όσα μας φανερώνει σταδιακά ο συγγραφέας για τη χώρα του, υπάρχουν στιγμές που ένιωσα ότι τελικά το νουάρ είναι ένα είδος μυθιστορήματος που ο συγγραφέας χρησιμοποιεί, για να καταγγείλει με έναν πιο ήπιο τρόπο τα όσα συνέβαιναν και στην πατρίδα του, μια πατρίδα που αγαπά βαθειά ωστόσο, πράγμα εμφανές από την πένα του. Η εντύπωση λοιπόν που μου άφησε ο Παδούρα από αυτή την πρώτη γνωριμία μαζί του είναι ότι και ο ίδιος ο συγγραφέας φοράει στο μυθιστόρημά του τη μάσκα του νουάρ, για να κάνει γνωστές στον κόσμο τις διώξεις των ομοφυλόφιλων διανοουμένων στην Κούβα και να γράψει ένα υπαρξιακό μυθιστόρημα που εξερευνά τα βάθη της ανθρώπινης σεξουαλικότητας με συμπάθεια και πραγματική απορία.

Havana
Ethel K.

« – Και δεν είναι καλύτερα να τα ξεχάσετε όλα αυτά;…

– Ξέρετε, είναι πολύ εύκολο να το λέει κανείς αυτό, γιατί η έλλειψη μνήμης είναι ένα από τα ψυχολογικά προτερήματα τούτης της χώρας. Είναι η αυτοάμυνά της και η άμυνα πολλών ανθρώπων…Οι πάντες ξεχνούν τα πάντα και διαρκώς λένε ότι μπορούμε να ξεκινήσουμε πάλι από την αρχή, και ιδού: έτοιμος ο εξορκισμός. Αν δεν υπάρχει μνήμη δεν υπάρχει και ενοχή, και αν δεν υπάρχει ενοχή δεν χρειάζεται καν συγγνώμη – βλέπετε ποια είναι η λογική; Kι εγώ το καταλαβαίνω, προφανώς και το καταλαβαίνω, γιατί αυτό το νησί έχει την ιστορική αποστολή να είναι πάντα σε μια διαρκή επανεκκίνηση, να ξεκινάει πάλι από την αρχή κάθε τριάντα ή σαράντα χρόνια, και η λήθη είναι συνήθως το βάλσαμο για όλες τις πληγές που μένουν ανοιχτές…».

Από τις ωραιότερες σελίδες του βιβλίου είναι οι περιγραφές της ζωής του Αλμπέρτο Μαρκές στο Παρίσι τη δεκαετία του 70. Αυτές οι περιγραφές είναι που θα κάνουν τον ήρωά μας να ξαναθυμηθεί το πάθος του για το γράψιμο. Το δε διήγημα που υπάρχει μέσα στο βιβλίο, διήγημα που έγραψε ο Μάριο Κόντε, είναι πραγματικά αριστουργηματικό.

Πέρα από τη μάσκα του δολοφόνου, το ποτάμι παρασέρνει και τις μάσκες των πολιτικών, όπου μακριά απ’ την Κούβα ζουν σαν ευγενείς, έχοντας τα χρήματά τους σε άλλες χώρες, ενώ στην Κούβα παριστάνουν τους σοσιαλιστές, βαφτίζοντας το προσωπικό συμφέρον «πατριωτισμό»…

Το βιβλίο είναι, επίσης, γεμάτο ήλιο, ρούμι, μουσική, αρχοντικά που καταρρέουν σε μια όμορφη πόλη, την Αβάνα, αλλά και φαγητό, από τη Χοσεφίνα, η οποία όχι μόνο φτιάχνει συγκλονιστικά πιάτα, αλλά και τα περιγράφει με έναν τρόπο μοναδικό. Διαβάστε περιγραφή συνταγής της υπέροχης Χοσεφίνας, όταν διαβάζει το διήγημα που έγραψε ο Μάριο Κόντε και εμπνευσμένη από αυτό αποφασίζει να φτιάξει μία  γαλοπούλα:

«…κάθισα και σκέφτηκα τι μπορούσα να σας κάνω για φαγητό για να μην πίνετε το ρούμι με το στομάχι άδειο, και τι έκανα, μια χαζομάρα, το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο μυαλό, αν και πιστεύω πως βγαίνει νόστιμο: μια γαλοπούλα γεμιστή με κονγκρί…».
«Γαλοπούλα;»
«Γεμιστή;»
«Nαι, είναι πολύ εύκολο φαγητό. Κοιτάξτε, αγόρασα χτες τη γαλοπούλα και καθώς σήμερα έκανα απόψυξη στο ψυγείο ήταν ακόμα μαλακή, οπότε την κατέβασα και τη μαρινάρισα όσο ακόμα ξεπάγωνε. Για το μαρινάρισμα έβαλα σκόρδο, πιπέρι, κύμινο, ρίγανι, μερικά φυλλαράκια βασιλικό και μαϊντανό, και φυσικά, ξινό πορτοκάλι και αλάτι, και με όλο αυτό την άλειψα καλά, μέσα έξω. Ύστερα έριξα από πάνω κάμποσο κρεμμύδι, έτσι σε μεγάλες ροδέλες. Το ωραίο είναι να το αφήσεις μια δυο ώρες να μαριναριστεί καλά, αλλά έτσι που σας βλέπω, να έχετε πεθάνει από την πείνα…Τότε, καθώς είχα ήδη βάλει στη φωτιά τα φασόλια, κάθισα κι έφτιαξα ένα καλό σοφρίτο: πήρα δύο κομμάτια λαρδί και τα έκοψα κομματάκια και τα έβαλα στο τηγάνι και μέσα σε αυτό το λίπος έριξα κι άλλο κρεμμύδι, αλλά πολύ ψιλοκομμένο, σκόρδο κοπανισμένο και κάμποση κόκκινη πιπεριά, και να ‘ μαστε, τα έριξα όλα αυτά στο σοφρίτο και στα φασόλια όταν είχαν πια μαλακώσει και από πάνω έβαλα μια κούπα ξηρό κρασί…».

Και αφού συνεχίζει να περιγράφει τη συνταγή και τα άπειρα υλικά που απαιτήθηκαν για την εκτέλεση της συνταγής της καταλήγει: «Και ξέρεις τι δεν είχα; Oδοντογλυφίδες για να το κλείσω»!

Το βιβλίο λέγεται «Μάσκες» και όχι άδικα. Ο Κόντε ξεδιαλύνει το μυστήριο της δολοφονίας του νεαρού Αλέξις ευφυώς, αλλά και με λίγη διαίσθηση:

«…έβλεπε επιτέλους το πρόσωπο που είχε προαισθανθεί στο όνειρό του και από το οποίο ένα βρόμικο, ξαφνικά αγριεμένο, ποτάμι παρέσερνε τη μάσκα, μια μάσκα φτιαγμένη από χίλια ψέματα, πίσω από τα οποία ήταν κρυμμένη η αλήθεια».

Βρώμικο ποτάμι
© Geoffrey Whiteway

Πέρα από τη μάσκα του δολοφόνου, το ποτάμι παρασέρνει και τις μάσκες των πολιτικών, όπου μακριά απ’ την Κούβα ζουν σαν ευγενείς, έχοντας τα χρήματά τους σε άλλες χώρες, ενώ στην Κούβα παριστάνουν τους σοσιαλιστές, βαφτίζοντας το προσωπικό συμφέρον «πατριωτισμό», τις μάσκες των δήθεν καλλιτεχνών που το καθεστώς όρισε ως τέτοιους και που «δημιουργούν» μόνο με επιδοτήσεις, τις μάσκες όσων θεωρούν ότι αυτοί που έχουν αντίθετη γνώμη είναι προδότες, τις μάσκες των «κριτών» της τέχνης των άλλων, όπου μετά από πολύωρες και εξαντλητικές για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια συνελεύσεις απλά ανακοινώνουν το προαποφασισμένο.

Σας θυμίζουν κάτι τα προαναφερόμενα;

Λεονάρδο ΠαδούραO συγγραφέας

Γεννήθηκε το 1955 στην Αβάνα της Κούβας. Εργάστηκε ως δημοσιογράφος, κριτικός και δημοσιογράφος. Η τετραλογία του «Τέσσερεις Εποχές» τον έκανε γνωστό σε ολόκληρο τον κόσμο, ενώ έχει βραβευτεί με μερικά από τα εγκυρότερα βραβεία, όπως είναι το «Premio Hammett» και το Εθνικό Βραβείο Λογοτεχνίας της Κούβας. Βραβεύτηκε φέτος και με το σημαντικότατο βραβείο «Premio Princesa de Asturias de las letras». Τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες.

http://www.leonardopadura.com/

 

Aκούστε τον συγγραφέα

 

 

To soundtrack του βιβλίου

 

 

Εξώφυλλα απ’ όλο τον κόσμο

 

 

Έγραψαν για το βιβλίο

http://www.critique.gr/index.php?&page=article&id=919
http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=09/07/2011&id=291270
http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=22809&subid=2&pubid=63121148
http://www.bookpress.gr/diabasame/xeni-pezografia/maskes
http://www.bookpress.gr/diabasame/xeni-pezografia/maskes
http://www.complete-review.com/reviews/padurafl/mascaras.htm

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *