ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Άκης Παπαντώνης

Άκης Παπαντώνης
© Akis Papantonis

Αναγνώστης γίνεται κανείς από την παιδική του ηλικία. Ποια ήταν τα πρώτα σου λογοτεχνικά αναγνώσματα και ποια θυμάσαι μέχρι σήμερα;

Οι γονείς μου δεν διαβάζουν οι ίδιοι λογοτεχνία, όμως—το θυμάμαι καλά—κάθε αρχή καλοκαιριού με πήγαιναν στο βιβλιοπωλείο να διαλέξω βιβλία. Από τα πρώτα μου αναγνώσματα θυμάμαι: να διαβάζω Ιούλιο Βερν, να ξαναδιαβάζω κάθε Πάσχα τον «Θησαυρό της Βαγίας» της Ζωρζ Σαρή και, γύρω στα δώδεκα, να τρομάζω δοκιμάζοντας το «Έγκλημα και Τιμωρία» του Ντοστογιέφσκι—το οποίο ευτυχώς επισκέφθηκα ξανά αργότερα.

Τι ήταν αυτό που σε ώθησε να γίνεις από αναγνώστης συγγραφέας; Υπήρξε κάποιο χέρι ή κάποια κατάσταση στη ζωή σου που σε οδήγησε εκεί;

Ως αναγνώστης θαυμάζω τους καλούς συγγραφείς, ως συγγραφέας τους μισώ. Σε κάθε περίπτωση, η γραφή είναι ένας τρόπος μέσω του οποίου επισκέπτεται κανείς ξανά και ξανά τα ερωτήματα που τον βασανίζουν. Ίσως εκεί να κρύβεται η απάντηση στο ερώτημά σας—ίσως πάλι όχι.

Ποιες είναι οι συγγραφικές σου εμμονές;

Είμαι εμμονικός με τη δομή του κειμένου, τη γλώσσα και τη μουσικότητά της αφήγησης. Είμαι εξίσου εμμονικός με την εξερεύνηση της ανθρώπινης συνθήκης, την παραφθορά της μνήμης, με τον αποχωρισμό του θανάτου και—τελευταία—με την βαρύτητα της πατρότητας.

Αγαπημένη σου αρχή σε βιβλίο; Αγαπημένο τέλος;

Αρχή: «Για χρόνια πλάγιαζες νωρίς […]» κι ας μην έχω διαβάσει όλοκληρο το τρίτομο έργο του Προυστ (ακόμα)· τέλος: οι αγκύλες στο τέλος πολλών διηγημάτων του Τάσου Χατζητάτση.

Δεν μπορεί να είναι αυτοσκοπός η διάδραση ενός λογοτεχνικού έργου με το παγκόσμιο κοινό, ούτε μια τυχόν ευρεία συνομιλία αποτελεί de facto πιστοποίηση της ποιότητας του έργου.

Τα τελευταία χρόνια ζούμε μία άνοιξη της ελληνικής λογοτεχνίας. Υπάρχουν αρκετοί ταλαντούχοι νέοι συγγραφείς κυρίως στη μικρή φόρμα. Που το αποδίδεις αυτό; Είναι τυχαίο ή όχι; Ποιους ξεχωρίζεις και γιατί; Από τους ξένους συγγραφείς;

Δεν είμαι βέβαιος πως μπορώ να το αποδώσω κάπου—άλλωστε και η τυχαιότητα είναι συστατικό της πραγματικότητας. Όμως ισχύει πως έχουμε αρκετές ενδιαφέρουσες νέες φωνές τα τελευταία 2-3 χρόνια. Ας κοιτάξουμε, για παράδειγμα, τη ζέουσα γραφή του Γιάννη Τσίρμπα, τον προβληματισμό της νουβέλας του Ιάκωβου Ανυφαντάκη, την κοφτερή ματιά στα διηγημάτα του Χρίστου Κυθρεώτη ή της Βίκυς Τσελεπίδου, τον αφηγηματικό τρόπο του Λευτέρη Καλοσπύρου, τη χρήση της γλώσας από τον Αλέξανδρο Κυπριώτη ή τον Γιάννη Αστερή, το κοινωνικοϊστορικό συγκέρασμα στις ιστορίες του Δημοσθένη Παπαμάρκου.

Σε ό,τι αφορά στους ξένους συγγραφείς θα μείνω μόνο στην πρόσφατα αναγεννημένη μανία μου για τους W.G. Sebald, Cormac McCarthy, Elias Canetti και Primo Levi.

ποδήλατο

Διακρίνω μια κεντροευρωπαϊκή λογοτεχνική επιρροή στον «Καρυότυπο». Είναι έτσι;

Μου το έχουν επισημάνει αρκετοί αναγνώστες—είναι μάλλον έτσι. Δεν συνέβη πάντως από πρόθεση τόσο, όσο ως αποτέλεσμα των αναγνωστικών μου εμμονών (κάποιες αποκαλύπτονται πιο πάνω).

Υπάρχουν ξένοι νέοι συγγραφείς που έχεις ξεχωρίσει και δεν έχουν μεταφραστεί στη χώρα μας; Θα μας προτείνεις κάποιους;

Προσπαθώ να μεταφράσω (μάλλον για να βρω αφορμή να ξαναδιαβάσω) το «East of the West» του Miroslav Penkov, μια ισχυρή συλλογή διηγημάτων βαλκανικού στίγματος, γραμμένη στα αγγλικά, με επίκεντρο την φυσική, ψυχολογική και συναισθηματική μετοίκηση.

Σκάλες
© Akis Papantonis

Είσαι στην επιτροπή της Σουηδικής Ακαδημίας που αποφασίζει για το επόμενο Nobel Λογοτεχνίας. Σε ποιον Έλληνα και σε ποιον ξένο συγγραφέα θα το απένειμες;

Δεν θα ήθελα να είμαι σε αυτήν τη θέση—πάντως, για να μην αφήσω το ερώτημα εντελώς αναπάντητο, θα ξαναέδινα το Nobel στον Σουηδό ποιητή Tomas Tranströmer.

Το ελληνικό μυθιστόρημα, σε αντίθεση με την ελληνική ποίηση, φαίνεται να μη μπορεί να ξεφύγει από τα σύνορα της Ελλάδας. Ποιοι πιστεύεις ότι είναι οι λόγοι; Από την άλλη, ποια στοιχεία θεωρείς ότι πρέπει να περιέχει ένα λογοτεχνικό έργο, για να αφορά το παγκόσμιο κοινό;

Δεν μπορεί να είναι αυτοσκοπός η διάδραση ενός λογοτεχνικού έργου με το παγκόσμιο κοινό, ούτε μια τυχόν ευρεία συνομιλία αποτελεί de facto πιστοποίηση της ποιότητας του έργου. Όμως—και αυτό είναι η προσωπική μου οπτική—δεν είναι δυνατόν να αγνοήσει κανείς τον κοσμοπολιτισμό και τις ευρύτερες προβληματικές ως κρίσιμες συνιστώσες της σύγχρονης πραγματικότητας· οι συγγραφείς δεν γράφουν μόνο, ζουν κιόλας.

Η ακαδημαϊκή καριέρα απαιτεί προσήλωση και πειθαρχία. Το ίδιο απαιτεί και η συγγραφή, ακαδημαϊκή και λογοτεχνική. Πώς καταφέρνεις να συνδυάζεις την επιστήμη σου και τη συγγραφή;

Παρά τις ομοιότητες σε ό,τι αφορά στη μέθοδο (διάβασμα, επαναλήψεις, διαρκείς διορθώσεις, αμφιβολία), η ακαδημαϊκή πλευρά μου παλεύει διαρκώς με τη λογοτεχνική και, συχνά-πυκνά, η μία ανακατεύεται στα νερά της άλλης. Ο συνδυασμός επιβιώνει γιατί τα αγαπώ και τα δύο—ο χρόνος θα δείξει σε ποιό θα τα καταφέρω πιο ικανοποιητικά.

Aθήνα – Κολωνία – Oξφόρδη. Τι κρατάς από την κάθε μία και τι αφήνεις. Επηρεάζει η πόλη και οι συνθήκες που επικρατούν σ’ αυτήν στη διαδικασία της γραφής;

Η Αθήνα είναι η πόλη όπου γεννήθηκα, όπου μεγάλωσα κι επιστρέφω διαρκώς—τόσο στην πράξη όσο και λογοτεχνικά. Η ελληνικότητα (όπως κι αν αυτή ορίζεται) δεν μπορεί παρά να είναι το κέντρο βάρους της γραφής μου, νομίζω.

Η Οξφόρδη αποτέλεσε το καθοριστικό γεωγραφικό στίγμα για την επιστημονική μου ωρίμανση, αλλά και τον προσανατολισμό της νουβέλας μου. H πεντάχρονη παραμονή μου εκεί λειτούργησε ως ένα ταχύρυθμο φροντιστήριο πολυπολιτισμικότητας, ενώ—το πιο σημαντικό—οι δύο γίοι μου γεννήθηκαν στην Οξφόρδη.

Η Κολωνία είναι η πόλη που ζω τώρα, μια καινούρια διαδικασία προσαρμογής, καινούριες προκλήσεις και προβληματισμοί· είμαι βέβαιος πως η κοιλάδα του Ρήνου, όπως οι δυο όχθες του Τάμεση προηγουμένως, θα βρει μια θέση στα επόμενα γραπτά μου.

Ανοιχτό βιβλίο
© 2happy

Μετά την έκδοση του «Καρυότυπου» πόσο ζωντανός έχει μείνει ο ήρωας στο μυαλό σου;

Τόσο ζωντανός όσο στο τέλος του πρώτου κεφαλαίου του «Καρυότυπου»—δηλαδή καθόλου. Η ράχη όμως των αντιτύπων στην άκρη του ραφιού της βιβλιοθήκης μου μού προκαλούν μια αίσθηση ζεστασιάς.

Τελικά προς τα πού κλίνει η ζυγαριά ως προς τη μνήμη της στοργής, προς την πλευρά της επιστήμης ή της λογοτεχνίας;

Δεν είμαι συγγραφέας, μοριακός βιολογός είμαι που έχει γράψει ένα πρώτο βιβλίο, όμως αυτό το συγκεκριμένο ερώτημα προτιμώ να μένει αναπάντητο, βασανιστικό—άρα λογοτεχνικό.

Ποια βιβλία θα πάρεις στις διακοπές μαζί σου;

Φέτος τον Αύγουστο σχεδιάζω να αφοσιωθώ στο να γράψω—συνεπώς, θα αφήσω τις (καλές και κακές) αναγνωστικές επιρροές στο σπίτι. Πάντως, θα έχω μαζί μου τα δοκίμια του «The Natural History of Destruction» του W.G. Sebald.

Ποιο είναι το επόμενο βιβλίο σου; Mε ποιες συγγραφικές εμμονές καταπιάνεται; Πότε να το περιμένουμε στα βιβλιοπωλεία; Tίτλος;

Λέγεται πως ο καθε συγγραφέας γράφει και ξαναγράφει διαρκώς το ίδιο βιβλίο. Πάντως αυτό που γράφω αυτό τον καιρό, ό,τι κι αν είναι, δεν έχει ακόμα την απαραίτητη κρίσιμη μάζα ώστε να μπορώ να μιλήσω γι’ αυτό. Όσο για το πότε… δεν έχω ιδέα· ο λογοτεχνικός χρόνος—ευτυχώς ή δυστυχώς—αδυνατεί να συγχρονιστεί με τον πραγματικό χρόνο.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *