ΔΙΗΓΗΜΑ

Γκιάκ του Δημοσθένη Παπαμάρκου

Σμύρνη

Γιατί να μας αφορά σήμερα μια συλλογή διηγημάτων, που πραγματεύεται ιστορίες που έλαβαν χώρα πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή;  Τί κάνει τόσο συναρπαστική τη συλλογή αυτή των διηγημάτων, η οποία είναι μάλιστα γραμμένη σε αρβανίτικη, προφορική διάλεκτο;

Γκιάκ εξώφυλλο
Σελ.: 119
Εκδόσεις αντίποδες
Σχεδιασμός Εξωφύλλου: Μάρω Κατσίκα

Οι λόγοι για να αγαπήσει κανείς τη συλλογή αυτή των διηγημάτων του Παπαμάρκου είναι πολλοί. Κατά πρώτον είναι η ζωντανή, προφορική γλώσσα που ο συγγραφέας χρησιμοποιεί στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση των διηγημάτων του, μια γλώσσα που πάλλεται, λαϊκή και απλή, και κυρίως αυθεντική, η οποία όχι μόνο δεν κουράζει, αλλά ξαφνιάζει με την αυθεντικότητά της και αποδεικνύει ότι ο Παπαμάρκος είναι από τους πλέον υποσχόμενους και αξιόλογους νέους συγγραφείς

Ένας άλλος λόγος είναι οι ίδιες οι ιστορίες των ηρώων του, που χρησιμοποιούν την Μικρασιατική Καταστροφή ως φόντο και όχι ως πυρήνα των αφηγήσεων τους, ιστορίες εκδίκησης, φόνου, φαντασμάτων και έρωτα. Μπορεί οι ιστορίες του να μην έχουν κάποια ιδιαίτερη πλοκή, ωστόσο αυτό ακριβώς, αλλά και το γεγονός ότι η Μικρασιατική Καταστροφή χρησιμοποιείται ως σκηνή επί της οποίας διαδραματίζονται οι ιστορίες είναι τα στοιχεία που κάνουν τις ιστορίες του πειστικές και πανανθρώπινες, ιστορίες καθημερινών ανθρώπων που ο πόλεμος τους άλλαξε μια για πάντα, είτε το αντιλαμβάνονται οι ίδιοι, είτε όχι. Ιστορίες ανθρώπων που έχουν τον πόλεμο μέσα τους και ανάλογα δρουν ακόμα και σε συνθήκες ειρήνης. Υπάρχει και μια παραλογή (έμμετρο, δημοτικό τραγούδι) για μια γυναίκα που έχασε τον άνδρα της και αναμετράται με τον ίδιο τον Χάρο. Οι εικόνες που δημιουργεί η γλώσσα του συγγραφέα είναι συγκλονιστικές:

Καταστροφή Σμύρνης

«Σαν πέφτουνε πάνω στη γης του Χάρου οι κουβέντες, στης πέτρας τα ραγίσματα πιάνονται σαν το σπόρο, ρίζες απλώνουν στα βαθιά, τα σπλάχνα της γκαστρώνουν. Σειούνται οι κορφές απ’ τα δεντρά, σειούνται γύρω τα βράχια κι η γης ριγά κι αγκομαχά και δίνει σκόλια γέννα και βγάνει γιο απ’ την κοιλιά, ολόκρηο παλικάρι».

Και πάμε τώρα στους ήρωες. Οι ήρωες του Παπαμάρκου είναι νέοι που έφυγαν από τις αγροτικές τους κοινότητες, αγράμματοι, απλοί, συνηθισμένοι άνθρωποι της αγροτιάς, οι οποίοι επέστρεψαν διαφορετικοί από αυτά που έκαναν και είδαν και κουβαλούν πλέον μέσα τους τον πόλεμο και τη βία για πάντα. Στα διηγήματα βρίσκουμε ανθρώπους που εκδικούνται για την τιμή του αίματος (Γκιακ), ανθρώπους που κουβαλούν μέσα τους ακόμα και αν βρίσκονται πια στην άλλη άκρη του Ατλαντικού όλη τη σκοτεινιά του πολέμου (Νοκερ), στρατιώτες που από φίλοι γίνονται εραστές (Γυάλινο Μάτι). Καταρρίπτονται έτσι μύθοι, οι στρατιώτες γίνονται πιο ανθρώπινοι και η γλώσσα του Παπαμάρκου, γεμάτη συναίσθημα (βοηθάει σ’ αυτό η χρήση σε μερικά διηγήματα παρένθετου αφηγητή, ο οποίος περιγράφει την ιστορία που άκουσε από άλλον) απογειώνει τα διηγήματα.

Κοτσίδες
© Kayla Ann Langley

Στο πρώτο διήγημα, το «Ντο τ’α πρες κοτσσίδετε» (μην αγχωθείτε, τα διηγήματα διαβάζονται εύκολα και δεν είναι δυσνόητα) ο αφηγητής διηγείται σε κάποιον την εκδίκηση που πήρε για τον χαμό της αδερφής του: «Κάθε φορά που τα θυμάμαι, κάθε φορά ορφανεύω απ’ την αρχή. Ξέρεις όμως που είπανε ότι η Σύρμω δεν είχε πέσει να χτυπήσει. Κάποιος την είχε βρει εκεί που πήγαινε και την είχε χαλάσει. Αυτό είναι σίγουρο. Κι όταν την πίστεψε πεθαμένη, έκοψε και τις κοτσίδες της και τις πέταξε στα σκίνα παραδίπλα». Τελικά, τον βρίσκει στο πρόσωπο ενός φίλου του στρατιώτη, τον οποίο και σκοτώνει.

Στα «Μπουκουμπάρδια» ο αφηγητής βρίσκει τα αγαπημένα του νόστιμα μικρά σύκα, αυτά που έτρωγε στην πατρίδα του και στο Αϊδίνι της Μικράς Ασίας κατά τη διάρκεια μιας εξόρμησης στα αρχαία ευρήματα της περιοχής: «Ε, μα, βλέπεις λοιπόν που δεν ξέρεις να τρως; Κάτσε να σε διατάξω να μαθαίνεις. Βλέπεις; Αυτά δω να διαλέγεις. Τα μικρά, τα μαύρα. Αυτά είναι τα πιο ωραία. Τα μπουκουμπάρδια. Αυτά είναι γλυκά άλλο πράμα. Όταν ήμασταν μικροί εμείς, όλο αυτά κυνηγάγαμε».

Στον «Αρραβώνα» επανέρχεται το θέμα της εκδίκησης μέσα από την ιστορία του αφηγητή και την εκδίκηση που θέλει να πάρει για τον θάνατο του βλάμη του και τον ξυλοδαρμό του πατέρα του. Όλα ξεκινούν από μια ψεύτικη φήμη που σκοπίμως διαρρέει στο χωριό ο θείος μιας κοπέλας, για να μην αρραβωνιαστεί η ανηψιά του τον βλάμη, που στο τέλος γίνεται τοπικός ληστής. Το διήγημα είναι από τα κορυφαία της συλλογής: «Το βράδ’ προτού καταταγώ πίναμε κει δα με τον βλάμη μ’. Να σαν τώρα το θυμάμαι. Εγώ τηγάνιζα αυγά με κορν-μπηφ κι είχαμε και τον αδερφό μ’ τον Γιώργο, να έτσ’ παιδάκι τότε, στα δέκα έντεκα, να πααίνει να μας γιομίζει την μπαρδάκα κρασί. Θα παρουσιαζόμασταν την άλλη μέρα στη Χαλκίδα για εκπαίδευση και τέτοια, και μετά για Μικρασία.»

Κοιμητήριο

Στο «Ταραραρούρα» ο αφηγητής περιγράφει τον τρόμο του, όταν ένα στοιχειό βρέθηκε στο δρόμο του. Ένα χρόνο μετά παίρνουν τη σειρά του στη Μικρά Ασία, όπου ο αφηγητής έχει σχεδόν χάσει την πίστη του, αφού, όπως ισχυρίζεται, «έκαμα κι είδα πράματα και κατάλαβα ότι οι χειρότεροι δαιμόνοι είναι οι άνθρωποι».

Για μια ανολοκλήρωτη ιστορία αγάπης μαθαίνουμε στο «Ήρθε ο καιρός να φύγουμε». Κατά τη διάρκεια μιας κηδείας ο αφηγητής διηγείται σε κάποιον τον έρωτα μεταξύ του μακαρίτη και της Ανθής, όταν η τελευταία βάζει ένα πακέτο τσιγάρα στην τσέπη του νεκρού, οπότε και αρχίζει το υπέροχο αυτό διήγημα: «Ποια; Αυτή που ΄βαλε τα τσιγάρα στην τσέπη του μακαρίτη; Αυτή είναι η θεια-Ανθή. Η χήρα που λέμε. Α, νόμιζα που την ήξερες. Όχι, όχι. Δεν τον είχε σόι. Έλα πιο δώθε μη μας ακούνε. Με τη θεια-Ανθή που λες, είχανε ιστορία. Μου τα’χε πει ο μακαρίτης.» Η ιστορία ξεκινάει στην υπέροχη Σμύρνη, αλλά ολοκληρώνεται στην Ελλάδα μετά πια τη Μικρασιατική καταστροφή.

Η αποκτείνωση, ο σκοτωμός για λόγους ευχαρίστησης είναι το θέμα του επόμενου σκληρού διηγήματος «Σα βγαίνει ο χότζας στο τζαμί». Μιλώντας για τον φόνο ενός χότζα ρωτάει ο αφηγητής τον φονιά: «Του λέω έτσι να τον πειράξω, ρε μπαρμπα-Κώτσο, όλο γι’ αυτά μιλάς. Τόσο πολύ σου λείπουνε; Tόσο τα λαχταράς; Έσκυψε και μου λέει: Πιο κι από γυναίκα».

Στο «Γυάλινο μάτι» ο Παπαμάρκος καταπιάνεται με τη φιλία δύο αντρών που καταλήγει στον έρωτα και μετέπειτα στον χωρισμό τους, όταν πια επιστρέφουν στην Ελλάδα, ζωντανοί, αλλά τραυματισμένοι: «Το’ χαν κακό άντρα μ’ άντρα, αλλά έτσ’ που ’δα τον Θύμιο σα να μ’ άρεσε κι εμένα. Δεν μπορώ να σ’το περιγράψω το γιατί, αλλά να, που ‘ ταν όμορφος σαν άγαλμα μαρμάρινο κι αυτός πάνω στο μάρμαρο μου ‘κανε ταιριαστό».

Κινηματογράφος Σικάγο
© Chris Ayers

Στο «Νόκερ», τελευταίο διήγημα του βιβλίου, γνωρίζουμε έναν στρατιώτη στη Μικρασιατική εκστρατεία που το αίμα και η μυρωδιά του τον ακολουθεί στο μακρινό Σικάγο. Εκεί έχει βρει δουλειά ως νόκερ, σκοτώνει δηλαδή με ένα χτύπημα στο κεφάλι τα μοσχάρια. Ο Νόκερ λοιπόν διηγείται στον αφηγητή (που διηγείται με τη σειρά του σε τρίτο) ότι «Το να σκοτώνεις έχει κι αυτό ομορφιά. Αλλά είναι όμορφο μοναχά όταν είναι χρήσιμο. Πρέπει να το κάνεις χωρίς άχτι, χωρίς μίσος. Ο φονιάς δεν είναι ανάγκη να’ ναι και μπρούτος».

Τα διηγήματα του Παπαμάρκου είναι μοναδικά. Όταν τέλειωσα το βιβλίο η αίσθηση που μου δημιουργήθηκε ήταν ότι κάποιος μου διηγήθηκε τις ιστορίες αυτές, ότι τις άκουσα και δεν τις διάβασα. Η γλώσσα τους είναι τόσο αυθεντική που είχα την αίσθηση ότι η ίδια μου η γιαγιά (Μικρασιάτισσα) μου διηγείται (στη δική της διάλεκτο) ιστορίες που άκουσε από τους συγγενείς της για όσα έκαναν οι Τούρκοι και οι Έλληνες. Αυτό και μόνο, δηλαδή το ότι κυριολεκτικά όταν έκλεισα το βιβλίο νόμιζα ότι κάποιος μου τα είχε διηγηθεί με εντυπωσίασε και κάτι τέτοιο δεν το ‘χω αισθανθεί με άλλο βιβλίο. «Γκιακ» σημαίνει αίμα, συγγένεια, φυλή, αλλά και τον φόνο που γίνεται για λόγους εκδίκησης. Με το «Γκιακ» ο Παπαμάρκος μεταγγίζει κάτι διαφορετικό και ελπιδοφόρο στη λογοτεχνία μας. Με ανυπομονησία αναμένω το επόμενο βιβλίο του.

 

Δημοσθένης ΠαπαμάρκουO συγγραφέας

Γεννήθηκε στη Μαλεσσίνα Λοκρίδας. Έχει εκδώσει τα μυθιστορήματα Η Αδελφότητα του Πυριτίου (Αρμός, 1998) και Ο Τέταρτος Ιππότης (Κέδρος, 2001) και τη συλλογή διηγημάτων ΜεταΠοίηση (Κέδρος, 2012. Η ΜεταΠοίηση ήταν υποψήφια τα το κρατικό βραβίο λογοτεχνίας (κατηγορία Διήγημα-Νουβέλα), ενώ το Γκιακ κέρδισε το βραβείο Διηγήματος του περιοδικού Αναγνώστης. Είναι υποψήφιος διδάκτορας Αρχαίας Ελληνικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.

Έγραψαν για το βιβλίο

  1. http://www.lifo.gr/team/selides/58988
  2. http://no14me.blogspot.gr/2015/06/blog-post.html
  3. http://www.avgi.gr/article/5615390/to-pneuma-tis-istorias
  4. http://www.chronosmag.eu/index.php/l-lsps-fl-l.html
  5. http://thraka-magazine.blogspot.gr/2015/03/blog-post_26.html?spref=fb
  6. http://www.tovima.gr/books-ideas/article/?aid=670151
  7. http://librofilo.blogspot.gr/2015/01/blog-post_20.html

0 σκέψεις στο “Γκιάκ του Δημοσθένη Παπαμάρκου”

  1. onlinegreekbook λέει:

    Τέλειο άρθρο, συγχαρητήρια 🙂 Το "Γκιακ" είναι ένα εξαιρετικό βιβλίο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *