ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Αλέξ του Πιερ Λεμέτρ

Κούκλα βιτρίνας
© Alexas Fotos

«Η Αλέξ είναι ενθουσιασμένη. Εδώ και μία ώρα τώρα δοκιμάζει, διστάζει, βγαίνει έξω, γυρίζει πίσω, δοκιμάζει ξανά. Περούκες και ποστίς. Θα μπορούσε να περάσει έτσι ολόκληρα απογεύματα. Πριν από τρία τέσσερα χρόνια, τυχαία, ανακάλυψε αυτό το μαγαζί στο μπουλεβάρ ντε Στρασμπούρ. Δεν το πρόσεξε ακριβώς. Μπήκε μέσα από περιέργεια. Ταράχτηκε τρομερά, όταν είδε τον εαυτό της έτσι, κοκκινομάλλα. Είχε μεταμορφωθεί εντελώς, σε τέτοιο βαθμό που την αγόρασε αμέσως εκείνη την περούκα».

Αλέξ του Πιερ Λεμέτρ
Mετάφραση: Κλαιρ Νεβέ
Σελ.:483
Eκδόσεις Μίνωα
Φωτογραφία εξωφύλλου: Oana Stoian/Trevillion Images

Γερό στομάχι και χρόνο. Να τι χρειάζεται να διαθέτει κανείς, πριν αρχίσει να διαβάζει το βιβλίο αυτό του Λεμέτρ. Γερό στομάχι, για να μην προσπερνάει τις σελίδες από το σοκ αυτών που διαβάζει, και χρόνο, γιατί απ’ τη στιγμή που θα το αρχίσει δεν πρόκειται να το αφήσει από τα χέρια του, μέχρι να φτάσει στις συγκλονιστικές τελευταίες σελίδες και την κορύφωση του δράματος. Μέχρι να φτάσει δε στο τέλος, θα έχει ήδη αλλάξει άποψη για τα θύματα και τους θύτες και θα δει με διαφορετικό πρίσμα ό,τι διάβασε πριν γι’ αυτούς. Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή.

Η Αλέξ, από την εναρκτήρια σκηνή που προπαραθέσαμε, δεν είναι συνηθισμένη. Μας συστήνεται ως μία κοπέλα που της αρέσει να αλλάζει περούκες και να φοράει ποστίς. Όπως και να το δει κανείς, είναι απολύτως προφανές ότι κάτι δεν πάει καλά. Αφού λοιπόν την παρατηρούμε να περπατάει στους δρόμους του Παρισιού και να τρώει μόνη της σε εστιατόρια, η Αλέξ παρατηρεί έναν τύπο να την κοιτάζει έντονα. Τον ίδιο αυτόν τύπο τον θυμάται και άλλες φορές. Μοιάζει με κάποιον θαυμαστή της, κάποιον -ίσως- ερωτευμένο που δεν τολμά να την πλησιάσει. Η Αλέξ πλησιάζει στο σπίτι της. Αυτός πλησιάζει την Αλέξ. Είναι ο απαγωγέας της.

«Σε αντίθεση με μερικούς ανθρώπους που απεχθάνονται τις μετακομίσεις, εκείνη τις βρίσκει αναγκαίες. Της αρέσουν πολύ. Ίσως να είναι όπως και με τις περούκες. Έχει την εντύπωση ότι αλλάζει ζωή. Την ευχαριστεί αυτή η επανάληψη. Μια μέρα θα αλλάξει ζωή. Μπροστά της, μερικά μέτρα πιο πέρα, ένα άσπρο ημιφορτηγό ανεβάζει τις δυο ρόδες πάνω στο πεζοδρόμιο, για να παρκάρει. Για να περάσει, η Αλέξ στριμώχνεται προς τον τοίχο της πολυκατοικίας, νιώθει πίσω της μια παρουσία, έναν άντρα, δεν προλαβαίνει να γυρίσει, να δει, αισθάνεται ανάμεσα στις ωμοπλάτες της μια γροθιά που της κόβει την ανάσα. Χάνει την ισορροπία της, πέφτει προς τα μπρος, το μέτωπό της χτυπάει βίαια πάνω στο αμάξωμα κάνοντας έναν υπόκωφο θόρυβο, αφήνει να πέσει ό,τι κρατάει στα χέρια της για να προσπαθήσει να αρπαχτεί από κάπου, τα χέρια της δε συναντούν παρά το κενό, εκείνος την αρπάζει από τα μαλλιά αλλά πιάνει μόνο την περούκα της, που του μένει στο χέρι».

Ο αστυνόμος Καμίγ Βεροβέν αναλαμβάνει την υπόθεση της απαγωγής, παρά το γεγονός ότι λόγω δικής του προϊστορίας σε μια άλλη υπόθεση απαγωγής (αυτής της εγγύου γυναίκας του) δεν επιθυμεί να αναλάβει την υπόθεση της Αλέξ. Ο αστυνομικός διευθυντής Λε Γκουέν επιμένει και ο Καμίγ είναι υποχρεωμένος να ξαναζήσει την εφιαλτική εκείνη περίοδο, που άλλαξε για πάντα τη ζωή του, και να αντιμετωπίσει τα φαντάσματά του. Ο Καμίγ είναι ένας απολύτως ολοκληρωμένος μυθιστορηματικός χαρακτήρας, που παραμένει στο μυαλό του αναγνώστη. Το κάπνισμα της μητέρας του, φημισμένης ζωγράφου, ήταν η αιτία που από μία γενετική ανωμαλία παρέμεινε πολύ κοντός. Συνεργάτες του στην υπόθεση της απαγωγής και εξίσου ολοκληρωμένοι χαρακτήρες, που χαράσσονται στο μυαλό του αναγνώστη -ο καθένας για τους λόγους του- είναι ο Λουί Μαριανί, ένας πάμπλουτος αστυνομικός, που δουλεύει για χόμπι και ο Αρμάν, ένας ακραία τσιγγούνης αστυνομικός, που έχει μια κάποια ψύχωση με τους πίνακες της μητέρας του Καμίγ. Όσο για τον απαγωγέα φαίνεται ότι το μόνο που θέλει είναι να προκαλέσει στην Αλέξ το μεγαλύτερο δυνατό κακό, χωρίς κάποιον συγκεκριμένο λόγο.

Βηματισμοί στο σκοτάδι

«Κοιτάζει το κιβώτιο. Το κοιτάζει και η Αλέξ. Έχει φτάσει στο σημείο όπου δεν υπάρχει επιστροφή. Αυτό που θα κάνει τώρα, αυτό που θα δεχτεί, θα είναι οριστικό. Αμετάκλητο. Δε θα μπορέσει ποτέ να κάνει πίσω. Θα τη βιάσει; Θα τη σκοτώσει; Θα τη σκοτώσει πριν, μετά; Θα την κάνει να υποφέρει για πολύ; Τι θέλει αυτός ο σιωπηλός δήμιος; Τις απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα θα τις πάρει σε λίγα λεπτά. Απομένει μονάχα ένα μυστήριο. «Π…πείτε μου…» ικετεύει η Αλέξ. Ψιθυρίζει, σαν να επιζητά μια εκμυστήρευση. «Γιατί; Γιατί εμένα;» O άντρας σμίγει τα φρύδια σαν να μην καταλαβαίνει τη γλώσσα της και να προσπαθεί να μαντέψει το νόημα της ερώτησης. Μηχανικά, η Αλέξ τεντώνει το χέρι πίσω της, τα δάχτυλά της αγγίζουν ελαφρά το τραχύ ξύλο του κιβωτίου. «Γιατί εμένα;» Ο άντρας χαμογελάει αργά. Αυτή η απουσία χειλιών…»Γιατί εσένα θέλω να δω να πεθαίνεις, παλιοπουτάνα»».

Κάπως έτσι ξεκινάει ένας αγώνας δρόμου για τον Καμίγ και την ομάδα του, προκειμένου να βρουν την Αλέξ ζωντανή. Μέχρι το σημείο αυτό, το μυθιστόρημα μοιάζει να είναι απλά ένα καλογραμμένο αστυνομικό, όπου στο ένα κεφάλαιο παρακολουθούμε τα βασανιστήρια της Αλέξ και την αγωνία της να μη χάσει τα λογικά της και στο επόμενο τις προσπάθειες του Καμίγ να τη βρει ζωντανή και να πιάσει τον απαγωγέα.

Άνδρας με κουκούλα
© Csuka András

«Αρχίζει να ξεδιπλώνεται. Περίμενε πως αυτό θα την ανακούφιζε, αλλά είναι βασανιστήριο. Όλο της το σώμα είναι άκαμπτο. Είναι αδύνατον να σηκωθεί, να τεντώσει ένα πόδι, να σπρώξει με τα χέρια της, να ξαναβρεί μια κανονική στάση. Είναι ολόκληρη σαν μια σκληρή μπάλα από παραλυμένους μυς. Δεν έχει πια καμία δύναμη. Για να γονατίσει χρειάζεται ένα λεπτό, δύο λεπτά. Της φαίνεται ανυπέρβλητο, τόσο πολύ πονά, κλαίει για την αδυναμία της, προσπαθεί κι άλλο φωνάζοντας, χτυπάει λυσσασμένα το κλουβί με τη γροθιά της. Η εξάντληση την τσακίζει, ξαναπέφτει κάτω, κουλουριασμένη, ξεπαγιασμένη, εξουθενωμένη. Ακίνητη. Χρειάζεται πολύ κουράγιο και τρομερή θέληση για να αρχίσει πάλι την προσπάθειά της, αυτή την εξωφρενική προσπάθεια να ξεδιπλωθεί, βρίζοντας τη μοίρα της, να φέρει στη θέση της τη λεκάνη, να στρίψει τον αυχένα…Είναι μια μάχη ανάμεσα στην καταδικασμένη Αλέξ και τη ζωντανή Αλέξ. Σιγά σιγά το σώμα ξυπνά. Οδυνηρά, αλλά ξυπνά. Η Αλέξ, κοκαλωμένη απ’ το κρύο, καταφέρνει επιτέλους να καθίσει στις φτέρνες της, περνάει πόντο πόντο το ένα της πόδι πάνω από το κιβώτιο, ύστερα το άλλο και πέφτει βαριά από την άλλη πλευρά. Το πέσιμο την κάνει να πονέσει, ωστόσο ακουμπάει με απόλαυση το μάγουλό της στο κρύο και υγρό μπετόν κι αρχίζει πάλι να κλαίει».

Το μυθιστόρημα, όμως, δεν σταματάει εκεί. Η φαινομενικά απλή υπόθεση απαγωγής και η αναζήτηση του θύματος μετατρέπεται έξυπνα από τον ικανότατο συγγραφέα σε κυνήγι ενός serial killer, που σκοτώνει τα θύματά του με τον ίδιο αποτροπιαστικό τρόπο. Φόνοι σε διάφορα μέρη της Γαλλίας, που όλοι ωστόσο συνδέονται με την εξαφάνιση της νεαρής Αλέξ. Με την αλλαγή του είδους της υπόθεσης -από υπόθεση απαγωγής σε ανθρωποκυνηγητό για τη σύλληψη ενός παρανοϊκού, όπως όλα δείχνουν, δολοφόνου- αλλάζουν και τα συναισθήματα του αναγνώστη για όσα έχει διαβάζει στο πρώτο μέρος του μυθιστορήματος. Αλλάζει πλέον η οπτική.

Σκοτεινό τούνελ
© Michal Zacharzewski

«Σ’ ένα μέρος που δεν έχει τίποτα το ξεχωριστό, ο θάνατος φαντάζει πάντα κάπως χυδαίος. Το πτώμα της νεαρής γυναίκας δεν αποτελεί εξαίρεση…Το χέρι της κρέμεται έξω από το κρεβάτι, νωχελικά, απίστευτα ανθρώπινο και θηλυκό. Το πρόσωπό της, πάλι, δείχνει βασανισμένο. Το παγωμένο βλέμμα κοιτάζει σαν χαμένο το ταβάνι. Στις γωνίες του στόματος υπάρχουν ίχνη από εμετό, που το μεγαλύτερο μέρος του, προφανώς, συγκρατούν τα χείλη. Υπάρχει πολύς πόνος σ’ αυτή τη σκηνή. Όπως πάντα μπροστά σ’ έναν νεκρό, νιώθει κανείς ένα μυστήριο να αιωρείται μέσα στο δωμάτιο. Ο Καμίγ στέκεται στο κατώφλι. Κι όμως, είναι συνηθισμένος να βλέπει πτώματα. Στα είκοσι πέντε χρόνια καριέρας του έχει δει ένα σωρό. Κάποια μέρα θα τα μετρήσει. Πρέπει να είναι πάνω κάτω ο πληθυσμός ενός χωριού. Άλλα τον εντυπωσιάζουν και άλλα τον αφήνουν αδιάφορο. Το υποσυνείδητο κάνει τη διαλογή. Αλλά αυτό το πτώμα τον κάνει να πονάει. Να υποφέρει. Δεν ξέρει γιατί».

Κι εκεί που ο αναγνώστης νομίζει ότι το βιβλίο θα ολοκληρωθεί με την ανακάλυψη της ταυτότητας του δολοφόνου, ο συγγραφέας έχει και πάλι άλλα σχέδια στο μυαλό του. Η υπόθεση αλλάζει για άλλη μια φορά στο τρίτο και τελευταίο μέρος του μυθιστορήματος. Πια παρακολουθούμε μια ιστορία εκδίκησης, πολλά οικογενειακά μυστικά και ένα φινάλε που είχα να διαβάσω σε αστυνομικό πολλά χρόνια. Επιτρέψτε μου να μην πω λέξη παραπάνω. Το τρίτο μέρος είναι κατά τη γνώμη μου και το σπουδαιότερο του βιβλίου.

Το μυθιστόρημα συγκλονίζει, αφού στην πραγματικότητα πρόκειται για μια λογοτεχνική καταβύθιση στα σκοτεινά βάθη της ανθρώπινης ψυχής. Ανυπομονούμε για την έκδοση και των άλλων αστυνομικών που έχει γράψει ο εξαιρετικός Λεμέτρ.

pier-lemaitreΟ συγγραφέας

Γεννήθηκε στο Παρίσι το 1956. Δίδαξε λογοτεχνία για αρκετά χρόνια, πριν ασχοληθεί αποκλειστικά με τη συγγραφή βιβλίων. Έχει γράψει πολλά αστυνομικά μυθιστορήματα, με το Αλέξ να αποτελεί το δεύτερο βιβλίο μιας τριλογίας, όπου πρωταγωνιστεί ο αστυνομικός Καμίγ Βεροβέν. Τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες, ενώ έχει λάβει πολυάριθμα βραβεία γι’ αυτά. Το μυθιστόρημά του «Καλή αντάμωση εκεί ψηλά» (εκδόσεις Μίνωας, 2014) τιμήθηκε με το βραβείο Goncourt.

Έγραψαν για το βιβλίο

  1. http://www.iefimerida.gr/news/235535/poia-einai-i-alex-neo-mythistorima-toy-galloy-syggrafea-pier-lemetr
  2. http://dreamersandco.com/2015/11/%CE%B1%CE%BB%CE%AD%CE%BE-%CF%80%CE%B9%CE%B5%CF%81-%CE%BB%CE%B5%CE%BC%CE%AD%CF%84%CF%81/
  3. http://www.theguardian.com/books/2013/mar/10/alex-pierre-lemaitre-review
  4. http://www.eurocrime.co.uk/reviews/Alex.html

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *