ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Ο χορταριασμένος δρόμος της Ανν Ένραϊτ

Χορταριασμένος δρόμος
© Taylor Leopold

«Αργότερα, αφού η Χάνα έφτιαξε μερικές φέτες ψωμί με λιωμένο τυρί, η μητέρα της μπήκε μέσα και γέμισε μια θερμοφόρα με ζεστό νερό από τον μεγάλο βραστήρα που υπήρχε στο μάτι της κουζίνας. “Μου κάνεις τη χάρη να πας μέχρι τον θείο σου;” είπε. “Να μου πάρεις μερικές ασπιρίνες;” “Έτσι λες;” “Είμαι θολωμένη”, είπε. “Kαι ζήτα από τον θείο σου να σου δώσει και αμοξικιλίνη-να σ’το συλλαβίσω; Νιώθω ένα σφίξιμο στο στήθος”. “Θα δούμε”, είπε η Χάνα. “Τέλος πάντων, προσπάθησε”, είπε επιχειρώντας να την καλοπιάσει και ακούμπησε τη θερμοφόρα στο στήθος της. “Ξέρω ότι θα το κάνεις”. Οι Μάντιγκαν ζούσαν σε ένα σπίτι με ένα ρυάκι στον κήπο και το όνομά του στην πύλη: ΑΡΝΤΙΒΙΝ.».

Ο χορταριασμένος δρόμος της Ανν Ένραϊτ
Μετάφραση: Aντώνης Καλοκύρης
Σελ.: 349
Εκδόσεις Καστανιώτη
Φωτογραφία Εξωφύλλου:  Ron McBride

Ο «Χορταριασμένος Δρόμος» είναι ένα βιβλίο που μιλάει για όλα όσα δεν λέγονται σε μια οικογένεια, για όλα όσα υπονοούνται και βαραίνουν τα μέλη της, για την προσπάθεια να επικοινωνήσουν μεταξύ τους, για τα όνειρα που δεν πραγματοποιούνται, για πέντε ζωές που βιώνονται με ματαιώσεις, απογοητεύσεις και δυστυχία. Αυτή είναι με δυο γραμμές η υπόθεση του βιβλίου: μια οικογενειακή μάζωξη κάποια Χριστούγεννα σε κάποια πόλη της Ιρλανδίας που δεν έφερε εν τέλει την πολυπόθητη λύτρωση.

Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο μέρη: το πρώτο τιτλοφορείται «Αναχώρηση» και το δεύτερο «Επιστροφή».

Στην «Αναχώρηση» παρακολουθούμε τα μέλη της οικογένειας  Mάντιγκαν σε καθοριστικές περιόδους της ζωής τους, ενώ το ένα κεφάλαιο από το άλλο έχει μεγάλη χρονική απόσταση. Η γνωριμία μας ξεκινά με την Χάνα το 1980 να πηγαίνει στο φαρμακείο του θείου της, για να πάρει φάρμακα για τη μητέρα της, τη Ρόζαλιν. Η Ρόζαλιν είναι στο κρεβάτι με κάτι σαν κατάθλιψη λόγω της απόφασης του πρωτότοκου Νταν (και αγαπημένου της Ρόζαλιν) να γίνει ιερέας.

Γκρεμός
© Ian Schneider

« “Έλεγα να φτιάξω ψημένο ψωμί με τυρί”, είπε η Χάνα και η μητέρα της είπε, “εγώ τον έκανα. Εγώ τον έκανα αυτό που είναι. Και δεν μ’ αρέσει αυτό που είναι. Είναι γιος μου και δεν μου αρέσει ούτε και σ’ εκείνον αρέσω. Και δεν υπάρχει περίπτωση να γλιτώσεις απ’ αυτό, γιατί είναι ένας φαύλος κύκλος και το φταίξιμο είναι αποκλειστικά δικό μου”. Για τη Χάνα, όλα αυτά ήταν είτε αλήθεια είτε άσχετα με το θέμα. Όμως, αντί να το πει στη μητέρα της, είπε εκείνο που υποτίθεται πως έπρεπε να πει: “Όμως εγώ σου αρέσω, μανούλα”. “Μ’ αρέσεις τώρα”, είπε η μητέρα της.»

Ο πραγματικός λόγος, ωστόσο για τον οποίο η Ρόζαλιν λέει στη μικρή Χάνα ότι δεν της αρέσει ο γιος της δεν θα ειπωθεί ποτέ, αλλά θα υπονοηθεί στο επόμενο κεφάλαιο, που είναι αφιερωμένο στον Νταν.

Νέα Υόρκη. Δεκαετία του ΄90. Ο παρ’ ολίγον ιερέας Νταν μάς αποκαλύπτεται μέσα από τις αμφισεξουαλικές επιλογές του. Απ’ τη μία η κοπέλα του και απ’ την άλλη η σεξουαλική και ερωτική επιθυμία για άντρες. Θα γνωρίσουμε τον νεαρό Νταν και τον κύκλο του από καλλιτέχνες, όπου ο ένας μετά τον άλλον θα πεθάνουν από Aids. Ο Νταν μέσα από τις σεξουαλικές συνευρέσεις με άντρες ανακαλύπτει τον εαυτό του και έναν ολόκληρο νέο κόσμο, πολύ διαφορετικό από αυτόν που φανταζόταν κάποτε ότι θα του ταίριαζε:

Times square
© Wojtek Witkowski

«Τα ασφαλισμένα παράθυρα έβλεπαν στη γωνία Σέντραλ Παρκ και Έκτης Λεωφόρου. Το πάτωμα ήταν λευκό, τα έπιπλα ήταν λευκά και ο πούτσος του ηλικιωμένου μέσα σε όλο αυτό το υπέροχο πανόραμα, έμοιαζε προκλητικός και ταυτόχρονα θλιβερός. Να πώς είναι η σάρκα, σκέφτηκε ο Νταν σφίγγοντας τα κορδόνια, όσων διαθέτουν τόσο χρήμα. Και ο Νταν ξέχασε προς στιγμήν ότι ήταν πρώην υποψήφιος ιερέας και νυν απόφοιτος της φιλολογίας που σχεδίαζε να επιστρέψει στην πατρίδα, μετά τον ένα χρόνο στο εξωτερικό, για να κάνει μεταπτυχιακό στη βιβλιοθηκονομία. Ξέχασε ότι ήταν πωλητής παπουτσιών ή μπάρμαν ή ακόμα και μετανάστης. Για μια στιγμή ο Νταν ήταν σαν ένας ανοιχτός χώρος που τον περιέβαλλε ένα διαφορετικό μέλλον από εκείνο που κουβαλούσε διαβαίνοντας το κατώφλι».

Από τον Νταν και τη Νέα Υόρκη μεταφερόμαστε εφτά χρόνια μετά, το 1997, στην Ιρλανδία και στο άλλο παιδί της οικογένειας, την Κονστάνς, που μαζί με τη Χάνα, είναι τα μόνα από τα παιδιά της Ρόζαλιν που έμειναν στην Ιρλανδία. Τη βρίσκουμε σε ένα νοσοκομείο να περιμένει τη σειρά της για τη μαστογραφία, πεπεισμένη, πριν καν βγουν τα αποτελέσματα, ότι πεθαίνει από καρκίνο. Ζει μια συμβατική ζωή με τον πλούσιο άντρα της και τα παιδιά της, ενώ παράλληλα μαθαίνουμε για τις σχέσεις της με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας. Όπως και στη Χάνα, αυτό που φαίνεται να ψάχνει ακόμα στα 37 της χρόνια είναι η αποδοχή της μητέρας της, της Ρόζαλιν, ενώ η σχέση της με τους δυο γιους της και τον άντρα της περιγράφεται συγκλονιστικά στην παρακάτω παράγραφο και ιδίως στην τελευταία της γραμμή:

Αίθουσα αναμονής
© ravensong7

«Η Κονστάνς δεν είχε πει στη μητέρα της για τη μαστογραφία. Και δεν υπήρχε πρόβλημα. Δεν υπήρχε λόγος. Όμως κάτι τέτοιες μέρες της έλειπαν οι φίλες της, που είχαν τις δικές τους ζωές και τα δικά τους προβλήματα σε μακρινές πόλεις. Επειδή η Κονστάνς είχε δύο γιους που δεν της έλεγαν τίποτα κι έναν σύζυγο που δεν της έλεγε τίποτα κι έναν πατέρα που δεν της έλεγε τίποτα κι έπειτα πέθανε.»

Aπό την Κονστάνς πηγαίνουμε στον Έμετ και στο Μάλι της Αφρικής, το 2002. Ο Έμετ, ο μικρός γιος της οικογένειας, προσπαθεί να καλύψει τα δικά του κενά μέσω της προσφοράς. Είναι μέλος σε διάφορες ΜΚΟ και τρέχει στα πέρατα του κόσμου, για να βοηθήσει, όπου υπάρχει ανάγκη. Οι σχέσεις του με τις γυναίκες δεν προχωρούν πέραν του σεξουαλικού. Ένας τοίχος αδιαπέραστος.

«Θυμήθηκε το αεροδρόμιο της Γενεύης, ένα μέρος όπου είχε μετά από δεκάξι ζόρικους μήνες στο Σουδάν, βιώσει μια συντριπτική επιθυμία να ξαπλώσει στο καθαρό, αρωματισμένο πάτωμα. Το ένα μετά το άλλο τα μαγαζιά με τα δερμάτινα είδη και τα λούτρινα, με τις σοκολάτες και τα Swatch, τα Cartier, τα Dior. Ο Έμετ μπήκε σε όλα τους προσπαθώντας να αγοράσει κάτι στη μητέρα του. Κοιτούσε όλα αυτά τα όμορφα χυδαία πράγματα, τις τσάντες από υπέροχο δέρμα και τις ασημένες αλυσίδες που τελικά ήταν από πλατίνα. Πέρασε πενήντα μεταξωτά μαντίλια από τα τρεμάμενα δάχτυλά του, προσπαθώντας να φανταστεί τι μπορεί να της άρεσε στο καθένα. Κατέληξε σε ένα κουτί ελβετικά σοκολατάκια και το έχωσε στο βρομερό του σακίδιο από καραβόπανο, με την κόκκινη σκόνη του Σουδάν να φωλιάζει ακόμα στις ραφές. Πέρασε από τον έλεγχο και έβαλε το σακίδιο στο ντουλάπι πάνω από το κεφάλι του: τότε πια ο πατέρας του ήταν πολύ άρρωστο για να έρθει στο αεροδρόμιο και διέσχισε μαζί τους μετ απόδια τη γέφυρα μέχρι τη σπίτι. “Ω, όχι!”, είπε η Ρόζαλιν που έκανε δίαιτα. “Ω, όχι! Σοκολατάκια!”. Φυσικά ο Έμετ δεν είχε να συγχωρήσει μόνο τη μητέρα του. Είχε να συγχωρήσει έναν ολόκληρο πλανήτη για τις υπερβολές του αεροδρομίου της Γενεύης. Για την αδυναμία του πατέρα του. Για το τρεμούλιασμα των χεριών του που νόμιζε ότι οφείλεται στη γιαρδίαση αλλά αποδείχτηκε ότι είχε να κάνει με τη ζωή που κατέρρεε. Η μητέρα του ήταν υπόλογη για πολλά, όχι όμως για το συγκεκριμένο».

Μετρό
© RyanMcGuire

Στο τελευταίο κεφάλαιο του πρώτου μέρους μάς συστήνεται το κέντρο της οικογένειας, η Ρόζαλιν, μια γυναίκα που θεωρεί ότι όλοι την έχουν εγκαταλείψει και κάνει συνεχώς τερτίπια πληγώνοντας ωστόσο συνεχώς τα παιδιά της και μάλιστα εν γνώσει της. Έχοντας ήδη γνωρίσει τη γυναίκα αυτή στα προηγούμενα κεφάλαια μέσα από τις φωνές των παιδιών της, τη βρίσκουμε να προσπαθεί να γράψει ευχετήριες κάρτες στα παιδιά της. Βρισκόμαστε στο 2005 και πλησιάζουν Χριστούγεννα. Σε όλο το υπέροχο αυτό κεφάλαιο παρακολουθούμε τη μητέρα της οικογένειας να καταβάλει προσπάθειες να γράψει τις κατάλληλες τρεις γραμμές σε κάθε κάρτα για το κάθε ένα από τα παιδιά της, ανακοινώνοντάς τους παράλληλα την απόφασή της να πουλήσει το πατρικό τους, το Αρντίβιν.

«Η Ρόζαλιν προσπάθησε να φανταστεί πώς να ήταν εμφανισιακά, εκείνη τη στιγμή, ή πώς ήταν την τελευταία φορά που έκανε το ταξίδι ως εδώ, όμως το μόνο που θυμόταν ήταν το απαλό, σαν οκτάχρονου, μάγουλό του να ακουμπά το δικό της. Το ευλογημένο της αγόρι. Ήταν τόσο ευτυχισμένος στην αγκαλιά της, ποτέ δεν τραβιόταν. Και δεν μύριζε καθόλου, δεν είχε καν δική του μυρωδιά. Φύλλα, ίσως. Σκουριά. Ανέκαθεν θεωρούσε ότι τα αγόρια ήταν εύκολα. Τα αγόρια δεν σου δημιουργούσαν προβλήματα. “Σε σκέφτομαι συχνά”, έγραψε. “Και το ίδιο συχνά χαμογελάω”. Τα αγόρια ήταν άλλος πλανήτης, που τον περιέβαλλε η προσωπική τους αίσθηση για τον εαυτό τους. Με τα πρόσωπά τους καλυμμένα, σκέφτηκε, από την ομορφιά της παιδικής ηλικίας. Να κουβαλάνε την αρρενωπότητά τους σαν δώρο».

Και ξεκινάει το δεύτερο μέρος του βιβλίου, όπου τα παιδιά της οικογένειας Μάντιγκαν, σχεδόν μεσήλικες πια επιστρέφουν στο πατρικό τους σπίτι, για να περάσουν τα Χριστούγεννα του 2005. Τα τελευταία Χριστούγεννα στο σπίτι των παιδικών τους χρόνων, αφού, όπως όλα δείχνουν, η Ρόζαλιν έχει ήδη πάρει την απόφασή της να το πουλήσει και είναι αμετακίνητη. O Nταν είναι έτοιμος να αρραβωνιαστεί τον εκλεκτό του στο Τορόντο, όπου και ζει, η Χάνα, μία αποτυχημένη ηθοποιός, με ένα μωρό που δεν μπορεί να διαχειριστεί και εξαρτημένη απ’ το αλκοόλ, ο Έμετ, έχοντας επιστρέψει στην Ιρλανδία και έτοιμος για μια νέα σχέση και η Κονστάνς σχεδόν στην ίδια κατάσταση με αυτή που την αφήσαμε, απλά περισσότερο αγχωμένη και σχεδόν υστερική. Η επιστροφή στο πατρικό, η επιστροφή στην οικογένεια δεν θα σημάνει και επιστροφή σε κάτι πιο ειλικρινές, πιο αληθινό και ουσιαστικό. Τα αδέρφια μεταξύ τους είναι σαν ξένοι και έτσι θα παραμείνουν. Η Ρόζαλιν θα προσπαθήσει στα μάτια των μεσηλίκων αυτών ανθρώπων να βρει τα παιδιά της και να καταλάβει τι δεν πήγε καλά. Ο χορταριασμένος δρόμος, ο αγαπημένος της Ρόζαλιν, θα αποτελέσει στο τέλος του βιβλίου τον δρόμο που θα πρέπει μόνη της να βαδίσει η μητέρα της οικογένειας, για να επιστρέψει στο παρελθόν και να βρει τις απαντήσεις που ψάχνει για τις διαψεύσεις της ζωής της. Ένα σκληρό, αλλά υπέροχο βιβλίο.

Anne EnrightH συγγραφέας

Γεννήθηκε στο Δουβλίνο. Το 2015 τιμήθηκε με την ανώτατη διάκριση της Ιρλανδίας, ενώ το μυθιστόρημά της «Η Συγκέντρωση» (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2007) απέσπασε το Booker, ενώ «Το ξεχασμένο βαλς» (Εκδόσεις Καστανιώτη 2012) πήρε το «Andrew Carnegie Medal for Excellence in Fiction». Ο «Χορταριασμένος Δρόμος» ήταν υποψήφιο για το Booker 2015 και αναδείχθηκε το καλύτερο μυθιστόρημα της χρονιάς στα Ιρλανδικά Βραβεία Βιβλίου.

Έγραψαν για το βιβλίο

  1. http://www.newyorker.com/magazine/2015/05/25/all-her-children
  2. http://www.theguardian.com/books/2015/may/14/the-green-road-anne-enright-review-kate-clanchy
  3. http://www.telegraph.co.uk/culture/books/bookreviews/11591939/The-Green-Road-by-Anne-Enright-review.html
  4. http://fractalart.gr/o-xortariasmenos-dromos/

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *