ΝΟΥΒΕΛΑ

Έξω χιονίζει του Σάκη Σερέφα

Σπίρτα
© moritz320

«Τη χρονιά εκείνη, είχαν έρθει ξανά στη μόδα οι πνευματιστικές συγκεντρώσεις και τα παντελόνια καμπάνα. Μέσα στο αμφιθέατρο Ράδιο Σίτυ, το μέντιουμ Νίνα είχε πάρει τη θέση της στη σκηνή, καθισμένη σε μια βελούδινη μπερζέρα. Τα φώτα έχουν χαμηλώσει και χίλιοι τριακόσιοι πέντε θεατές σβήνουν τα κινητά τους και σταματούν τους ψιθύρους. Μια βαριά σιωπή απλώνεται στην αίθουσα σαν παχύρευση μπεσαμέλ, πτερύγιο από σαλάχι ή στίχος νομπελίστα ποιητή. Έτος 2015. Θεσσαλονίκη. Είναι Δεκέμβριος και η φημισμένη υγρασία της πόλης βρίσκεται στο 81%, δηλαδή ευνοεί την εμφάνιση του εκτοπλάσματος, τους πονοκεφάλους και τον εσωτερικό μονόλογο. Περιττό να αναφερθεί πως έξω χιονίζει. Ας αναφερθεί όμως: έξω χιονίζει».

Έξω χιονίζει του Σάκη Σερέφα
Σελ. 111
Εκδόσεις Πόλις
Εξώφυλλο: εγκατάσταση του Regis Dho (D.R.)

Με αφορμή τη συμπλήρωση 100 χρόνων από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι δημοτικές αρχές της Θεσσαλονίκης αποφασίζουν να τιμήσουν την επέτειο με έναν ανορθόδοξο τρόπο. Ένα μέντιουμ, η Νίνα, με τη βοήθεια του Μπάμπη του διερμηνέα της θα έρθει σε επαφή με τις ψυχές έξι ξένων στρατιωτών, δύο Άγγλων, ενός Γάλλου, ενός Ιταλού, ενός Ρώσου και ενός Ινδού. Οι στρατιώτες αυτοί, που βρέθηκαν στη Θεσσαλονίκη κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Πολέμου, θα μορφοποιηθούν επί σκηνής και θα καταθέσουν τις αντιηρωικές μαρτυρίες τους για όσα πέρασαν στον πόλεμο.

Η ιστορία από μόνη της ιντριγκάρει και πείθει τον αναγνώστη να ανοίξει την υπέροχη αυτή νουβέλα του Σερέφα (απολύτως επιτυχημένη εν προκειμένω η περίληψη στο  οπισθόφυλλο του βιβλίου με το φανταστικό εξώφυλλο και την άρτια έκδοση). Τίποτα, ωστόσο, δεν μπορεί να τον προετοιμάσει για τη συνέχεια, αφού και οι ιστορίες που αφηγούνται οι στρατιώτες -παρά τη φαινομενική ασημαντότητά τους- είναι συγκλονιστικές, αλλά και ο τρόπος και η γλώσσα που ο συγγραφέας επιλέγει για να τις αφηγηθεί -επιστρατεύοντας ασύλληπτο χιούμορ- είναι μοναδικός. Θα περίμενε, λοιπόν, κανείς οι στρατιώτες να διηγηθούν στο κοινό ανδραγαθήματα αξιομνημόνευτα και ηρωικές πράξεις που θα εμπνεύσουν. Τουναντίον, οι στρατιώτες, όχι μόνο δεν έχουν να επιδείξουν τίποτα τέτοιο, αλλά ο καθένας τους θα μας διηγηθεί τα μικρά και ασήμαντα των αποστολών τους, που όχι μόνο είναι απολύτως αντιηρωικά,  αλλά εκ πρώτης όψεως ανάξια να τα διηγηθεί κανείς.

Μέσα ωστόσο από τις ιστορίες αυτές ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι, ανεξάρτητα από τα ανδραγαθήματα και τις θυσίες, με τις οποίες η επίσημη ιστορία τρέφεται και αναθρέφει γενιές και γενιές σύγχρονων Ελλήνων (υπενθυμίζοντάς μας παράλληλα ότι πολλές πτυχές της ιστορίας της Θεσσαλονίκης μάς είναι ακόμη και σήμερα άγνωστες), και πέραν από τις στατιστικές και τα εκατομμύρια των ανώνυμων στρατιωτών, υπάρχουν πρόσωπα, ονόματα και ζωές που βιώθηκαν ή δεν πρόλαβαν λόγω του Πολέμου, και ότι το καθένα από αυτά έχει να μας διηγηθεί τη δική του -σημαντική γι’ αυτό- ιστορία.

Έξι αλλοδαποί στρατιώτες της Αντάντ λοιπόν μαζί με άλλους 250.000 αποβιβάστηκαν  το 1915 στη Θεσσαλονίκη κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Πολέμου. Αυτές είναι οι ιστορίες τους.

Πρώτος στρατιώτης που εμφανίζεται επί σκηνής ο Richard Johnson. Θα μας διαβάσει επιστολές που έστελνε στους γονείς του, εξωραϊζοντας την κατάσταση, αλλά θα μας πει και για τα σκοτάδια του. Στη σκηνή του θα έχει το χρόνο να αναλογιστεί τη ματαιότητα του πολέμου, τα όνειρα που θα παραμείνουν όνειρα και τα ψέματα που οι γονείς του έλεγαν από παιδί για την ομορφιά της ζωής. Παράλληλα, θα μας μιλήσει για φωτογραφίες και βλέμματα που προδίδουν, αλλά και για την πρώτη σέλφι:

Φανάρι
© Brad Mering

«Ούτε είμαι αξιοθέατο εγώ για να ποζάρω σε σέλφι. Δεν είμαι η Καμάρα. Δεν είμαι η Ροτόντα. Ούτε καν ήρωας πολέμου δεν είμαι, σαν εκείνους με κομμένο το ένα ποδάρι και παράσημο στο πέτο. Ένας Richard όλο κι όλο είμαι, που έχει πια ξεχαστεί. Η μόνη μάχη που έδωσα εδώ ήταν με τα σκοτάδια μου μέσα στο αντίσκηνο».

Η επόμενη επίσκεψη απ’ το υπερπέραν του Πολέμου θα είναι αυτή του John Smith, ενός στρατιώτη που έμεινε εφτά μήνες στη Θεσσαλονίκη κατά τη διάρκεια του πολέμου. Ξετυλίγει το κουβάρι της μικρής του ιστορίας σα να σκηνοθετεί ταινία και καταλήγει:

Κατσίκα
© Rico Jensen

«Εφτά μήνες υπηρέτησα στη Θεσσαλονίκη. Σκέφτομαι πως το ότι κατάφερα και έφαγα εκείνη τη γίδα ήταν η πιο ηρωική πράξη που έκανα όσο έμεινα σε αυτόν τον τόπο, όπου δεν έπεσε ούτε ένας πυροβολισμός».

Το τρίτο εκτόπλασμα που θα εμφανιστεί του Achille Breton, ταχυδρόμου στη Γαλλική Στρατιά. Θα μιλήσει για την ελονοσία και το αίμα στο οποίο κολυμπάει η πόλη. Από τις πιο δυνατές σελίδες του βιβλίου.

«Στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο σκοτώθηκαν είκοσι εκατομμύρια άνθρωποι. Δύο ολόκληρες Ελλάδες δηλαδή. Είκοσι χιλιάδες από αυτούς είναι θαμμένοι εδώ, στην πόλη σας. Στο συμμαχικό νεκροταφείο του Ζεϊντελίκ. Τι νομίζετε, βγαίνεις να κάνεις τη βόλτα σου και πέφτεις πάνω σε σκηνικά εκείνου του πολέμου. Ούτε έναν καφέ, πια, να πιεις με την ησυχία σου σε αυτήν την πόλη! Μάλλον είχε δίκιο εκείνος που την αποκάλεσε “πόλη των φαντασμάτων».

Ο Pietro Loretti παίρνει τη σκυτάλη. Ο στρατιώτης αυτός θα μας διηγηθεί μία έξοδο με φίλους του σε ένα νυχτερινό κέντρο της Θεσσαλονίκης. Τραγουδίστριες τριτοκλασάτες, τσακωμοί μεταξύ στρατιωτών και μια αιθέρια φωνή μιας Γερμανίδας αιχμάλωτης θα ταράξει τα νερά και θα θυμίσει σε όλους ότι κάπου μακριά κάποια αγαπούν.

Τάφος
© Jaco Dopp

«Γύρισα στο αντίσκηνο κι έμεινα ξάγρυπνος όλη τη νύχτα. Γιατί; Με ρωτάτε γιατί; Να σας πω γιατί. Γιατί είμαι ένας δειλός, μια κότα, μια κοτάρα, ένας κοτόκαρδος, να τι είμαι. Γιατί, ενώ ήθελα να σηκωθώ και να την αγκαλιάσω εκείνη τη Γερμανιδούλα, δεν το έκανα. Ίσως και να άλλαζε κάτι αν το έκανα. Στη ζωή μου, στη ζωή της…κάτι μπορεί να άλλαζε».

Ο Nikita Smirnof σωματοποιείται επί σκηνής. Αυτός θα μας μιλήσει για τα κεφαλόπουλα που του έφτιαχνε η μάνα του στη Ρωσία, ενώ θα διηγηθεί επίσης ένα συμβάν με μια κονσέρβα κορν μπιφ και ένα ανθρώπινο μάτι πάνω σ’ αυτήν. Αυτό ωστόσο που βασανίζει τον Ρώσο στρατιώτη είναι αν κανείς θα τον θυμάται, αν ένα λουστράκι που του γυάλιζε τα παπούτσια σήκωσε ποτέ το βλέμμα του να τον κοιτάξει.

Λούστρος
© Logga Wiggler

«Μπορεί να πέρασε ένας ολόκληρος αιώνας από τότε, αλλά ακόμα το κουβαλάω βάρος στην ψυχή μου και θέλω να το βγάλω από μέσα μου: δεν μπορώ να θυμηθώ ούτε ένα από εκείνα τα λουστράκια. Πότε διάβαζα την εφημερίδα μου, πότε πρόσεχα τις νεαρές εθελόντριες νοσοκόμες που περνούσαν από μπροστά μου, πότε χάζευα τα καράβια στη θάλασσα, κι όταν τέλειωναν το γυάλισμα, τους έδινα αφηρημένος την αμοιβή τους, χωρίς ποτέ να τα ρωτήσω, “Πως σε λένε εσένα, παιδί μου;” ή να τα κεράσω μια σοκολάτα από αυτές που μας δίναν στο στρατόπεδο».

Τελευταίος στη σκηνή εμφανίζεται ο Bambalam. Όπως μας πληροφορεί ο συγγραφέας,  είναι ένας από τους χιλιάδες Ινδούς που έφεραν μαζί τους από τις αποικίες οι Βρετανοί. Ο Bambalam μάζευε τα απορρίμματα από τις σκηνές της Βρετανικής Στρατιάς. «Ο άνθρωπος είναι το απόρριμμα της εικόνας του», μας λέει. «Έμαθα να τα αγαπάω τα σκουπίδια. Και να τα ακούω. Να ακούω τις ιστορίες τους. Έμαθα πολλά από τα σπουπίδια. Έμαθα πολλά για τους ανθρώπους από τα σκουπίδια…Έχεις αδειάσει ποτέ σου τα σκουπίδια ενός ανθρώπου μετά την κηδεία του; Τα έχεις μυρίσει; Τα έχεις πιάσει; Έχεις γευτεί τα αποφάγια του; Μια φτερούγα κοτόπουλο, που την άφησε μισοδαγκωμένη στο ψυγείο; Έχεις φάει τη σκέψη που έκανε όταν έτρωγε εκείνη τη φτερούγα;»

Η πρωτοτυπία της νουβέλας του Σερέφα δεν έγκειται μόνο στην ιστορία και στο εύρημα του συγγραφέα να την τοποθετήσει χρονικά στο σήμερα μέσω ενός μέντιουμ. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί αυτό ακριβώς το λογοτεχνικό εύρημα, για να μας μιλήσει με σύγχρονη γλώσσα και όχι με τη γλώσσα της εποχής, χρησιμοποιώντας μάλιστα πολλούς νεολογισμούς. Η συγγραφική του δεινότητα μάλιστα είναι τέτοια, που, ενώ ακούμε ένα φάντασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου να μιλάει για «σέλφι» και «ινσταλέισον», αυτό όχι μόνο δεν μας ξενίζει, αλλά το θεωρούμε κάτι φυσικό και δεν αφαιρεί ίχνος από τη συγκίνηση που νιώθουμε, διαβάζοντας τις ιστορίες αυτών των στρατιωτών. Το δε χιούμορ που ποτίζει το βιβλίο από την πρώτη μέχρι την τελευταία λέξη μάς υπενθυμίζει συνεχώς και σκοπίμως ότι διαβάζουμε μια ιστορία, ενώ λειτουργεί εξισορροπητικά. Θα έλεγε κανείς ότι ο πόλεμος και η σκληρότητά του ξορκίζεται, απομυθοποιείται και ο μόνος τρόπος για να γίνει αυτό είναι το χιούμορ.

Η ιστορία του Ινδού και το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, όπου μας συστήνονται κάποιοι θεατές που αποχωρούν μετά το τέλος της παράστασης, είναι και οι πιο δυνατές σελίδες του βιβλίου. Ο συγγραφέας μάς γνωρίζει κάποιους από αυτούς τους θεατές μέσα από τις συνήθειες και τις παραξενιές τους, όπως ακριβώς μας σύστησε τους έξι αυτούς στρατιώτες μέσα από τις ιστορίες τους, ενώ παράλληλα, μας κλείνει το μάτι, θυμίζοντάς μας ότι, όπως αυτοί οι στρατιώτες κραύγαζαν για τη σημασία της -ασήμαντης για την Ιστορία- σύντομης ζωής τους, όπως αυτοί οι θεατές που παρακολούθησαν το θέαμα στο Ράδιο Σίτυ αποτελούν εν αγνοία τους δευτεραγωνιστές στην ιστορία, όλοι εμείς εν τέλει, που διαβάζουμε αυτή τη νουβέλα με συγκίνηση και χαμόγελο, ενδεχομένως να αποτελέσουμε κάποια στιγμή μέρος μιας ιστορίας ενός μελλοντικού μυθιστοριογράφου και να ξαναζήσουμε μέσα απ’ τις σελίδες του. Ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα φέτος.

Τάκης ΣερέφαςΟ συγγραφέας

Γεννημένος στη Θεσσαλονίκη το 1960 με σπουδές στη Μεσαιωνική και Νέα Ελληνική Φιλολοφία, ο πολυβραβευμένος Σάκης Σερέφας, έχει εκδώσει 57 βιβλία: από πεζογραφία ποίηση, μελέτες, μεταφράσεις και ανθολογίες μέχρι θεατρικά. Το θεατρικό του μάλιστα έργο «Θα σε πάρει ο δρόμος» περιλαμβάνεται στον κατάλογο «Τα 120 καλύτερα σύγχρονα ευρωπαϊκά θεατρικά έργα» της European Theatre Convention (ETC, 2010).

Έγραψαν για το βιβλίο

  1. http://amagi.gr/content/sakis-serefas-exo-hionizei
  2. http://www.efsyn.gr/arthro/fasma-toy-parelthontos
  3. http://www.tovima.gr/books-ideas/article/?aid=783427

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *