ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Ο αχός της εποχής του Julian Barnes

Dmitri Dmitrievich Shostakovich
Dmitri Dmitrievich Shostakovich

«Τί θα μπορούσε να αντιπαρατεθεί στον αχό της εποχής; Μόνο αυτή η μουσική που βρίσκεται μέσα μας, η μουσική της ύπαρξής μας, που μερικοί τη μετατρέπουν σε πραγματική μουσική. Και αυτή με τη σειρά της, αν είναι αρκετά δυνατή, αληθινή και καθαρή, έτσι ώστε να καταπνίξει τον αχό της εποχής, μετατρέπεται σε ψίθυρο της ιστορίας. Να τι τον στήριζε».

Ο αχός της εποχής του Julian Barnes
Μετάφραση: Θωμάς Σκιάσσης
Σελ. 240
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Και εξαιτίας αυτής ακριβώς της δυνατής, αληθινής και καθαρής μουσικής του έμεινε στην ιστορία ως μία από τις μεγαλύτερες μουσικές ιδιοφυΐες. Με τη μουσική του κατάφερε να εκφράσει όσα δε μπόρεσε με τα λόγια και τις πράξεις του. Η μουσική του ήταν γενναία, οι πράξεις του δειλές, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως. Ο λόγος για τον Ρώσο μουσικοσυνθέτη Ντμίτρι Σοστακόβιτς.

Ο εξαιρετικός συγγραφέας Τζούλιαν Μπάρνς σκιαγραφεί μία ιδιαίτερη βιογραφία, ένα ψυχολογικό προφίλ του Σοστακόβιτς μέσα από τρεις περιόδους και ορόσημα της ζωής του μεγάλου δημιουργού. Ισάριθμα είναι και τα μέρη του βιβλίου που αναφέρονται στα εν λόγω συμβάντα και τα οποία ξεκινούν με την ίδια ακριβώς φράση: «Ένα πράγμα ήξερε μόνο: τούτη ήταν η χειρότερη εποχή».

Βρισκόμαστε στο 1936, στην τρομοκρατημένη από τον «πατερούλη» Στάλιν Ρωσία. Βλέπουμε έναν τριαντάχρονο άνδρα να καπνίζει δίπλα στον ασανσέρ μιας πολυκατοικίας, κάπου στο Λένινγκραντ. Δίπλα του μια μικρή βαλίτσα. Ο άνδρας είναι ο Ντμίτρι Σοστακόβιτς και περιμένει κάθε βράδυ άυπνος να τον συλλάβει η μυστική αστυνομία του Στάλιν. Ο λόγος είναι η μουσική που συνέθεσε ο καλλιτέχνης για την όπερα «Η λαίδη Μακμπέθ του Μτσενσκ» και η οποία δεν άρεσε στον Στάλιν, που αποχώρησε στα μισά της παράστασης φανερά δυσαρεστημένος. Την επόμενη ημέρα η Πράβντα δημοσιεύει ένα άρθρο-ταφόπλακα για τον Σοστακόβιτς, χαρακτηρίζοντας το έργο του «Βαβούρα αντί μουσικής». Οι συνέπειες από το εν λόγω άρθρο περιγράφονται μοναδικά στην παρακάτω παράγραφο:

«Ωστόσο ούτε οι θεόκουφοι ήταν δυνατό να μην ακούσουν τι έλεγε ο τίτλος «Βαβούρα αντί μουσικής» και να μη μαντέψουν ποιες θα ήταν οι πιθανές συνέπειές του. Υπήρχαν τρεις φάσεις που δεν στόχευαν απλώς τη θεωρητική αστοχία του αλλά τον ίδιο προσωπικά. «Είναι φανερό ότι ο συνθέτης ουδέποτε αναλογίστηκε το ζήτημα του τι προσδοκά και τι περιμένει το σοβιετικό ακροατήριο από τη μουσική». Αυτό αρκούσε για να του αφαιρεθεί η ιδιότητα του μέλους της Ένωσης Συνθετών. «Ο κίνδυνος που ενέχει αυτή η τάση για τη σοβιετική μουσική είναι ολοφάνερος». Αυτό αρκούσε για να του αφαιρεθεί η δυνατότητα να συνθέτει και να ερμηνεύει. Και τέλος: «Πρόκειται για ένα παιχνίδι ευφυούς ευρηματικότητας που μπορεί να έχει πολύ άσχημη κατάληξη». Αυτό αρκούσε για να του αφαιρεθεί η ζωή».

Πάνω σε αυτό το βασικό, αμείλικτο ερώτημα είναι δομημένο το συγκλονιστικό αυτό βιβλίο: εμείς τί θα κάναμε στη θέση του;

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου μεταφερόμαστε στο 1948, στη Νέα Υόρκη, όπου και πραγματοποιείται το Διεθνές Συνέδριο για την Ειρήνη. Ο Σοστακόβιτς, ως ο πιο γνωστός συνθέτης της Ρωσίας στον δυτικό κόσμο, είναι επικεφαλής της Ρωσικής αντιπροσωπείας. Ακολουθώντας τις οδηγίες του Κόμματος, διαβάζει λόγους που έχουν ήδη γραφτεί από άλλους και συνυπογράφει επιστολές, αποκηρύσσοντας το μεγάλο του ίνδαλμα, τον Στραβίνσκι, ο οποίος είχε αυτοεξοριστεί στην Αμερική, τον Σένμπεργκ, τον Ζαχάροφ και τον Σολζενίτσιν. Ο Σολζενίτσιν μάλιστα είναι αυτός που είπε για τον Σοστακόβιτς «αυτή η τραγική ιδιοφυΐα, αυτό το αξιολύπητο ερείπιο ο Σοστακόβιτς».

Ο Μπάρνς, ωστόσο, μέσα από το σπουδαίο αυτό βιβλίο μάς υπενθυμίζει, θέτοντας ερωτήματα χωρίς εύκολες απαντήσεις και διδακτισμούς, ότι τα πράγματα δεν είναι απλά, τα διλήμματα είναι μεγάλα και κανείς θα πρέπει να αναλογιστεί πώς θα αντιδρούσε αν ήταν στη θέση του άλλου στην ίδια ιστορική συγκυρία και αν θα έπραττε διαφορετικά, όταν ένα πανίσχυρο ολοκληρωτικό καθεστώς απειλούσε ευθέως τη ζωή της οικογένειάς του και τη δική του. Πάνω σε αυτό το βασικό, αμείλικτο ερώτημα είναι δομημένο το συγκλονιστικό αυτό βιβλίο: εμείς τί θα κάναμε στη θέση του;

Το μόνο που του απομένει πέραν από την αμείλικτη κρίση της Ιστορίας είναι η μουσική του και η ελπίδα ότι αυτή, εφόσον μείνει στα μετέπειτα χρόνια, όταν αυτός πια θα έχει φύγει από τη ζωή, θα καταφέρει τρόπον τινά να «καθαρίσει» το όνομά του, ώστε ο κόσμος να μην τον θεωρεί δειλό, τουλάχιστον όχι χωρίς να αναλογιστεί τι διακυβευόταν.

«Ο Μαξίμ είδε μόνο δύο φορές τον πατέρα του να κλαίει: όταν πέθανε η Νίνα και όταν μπήκε στο Κόμμα. Έτσι λοιπόν, ήταν δειλός. Έτσι λοιπόν, στριφογυρίζει κανείς σαν το σκιουράκι στον τροχό. Έτσι λοιπόν, θα έβαζε στη μουσική του όσο κουράγιο τού είχε απομείνει και θα άφηνε τη δειλία για τη ζωή του. Αμ δε, όλο αυτό παραήταν…βολικό. […] Ωστόσο, το να είσαι δειλός δεν ήταν εύκολο. Το να είσαι ήρωας ήταν πολύ ευκολότερο. Αρκούσε να φανείς γενναίος μία στιγμή – όταν τραβούσες το πιστόλι, όταν έριχνες τη χειροβομβίδα, όταν πατούσες τον πυροκροτητή, όταν ξέκανες τον τύραννο και μαζί τον εαυτό σου. Το να είσαι δειλός όμως σήμαινε ότι ξεκινάς μια πορεία που βαστάει σε όλη σου τη ζωή. Δεν μπορείς καν να χαλαρώσεις».

Βρισκόμαστε στο 1960. Ο Χρουστσόφ ηγείται του Κόμματος και ο Σοστακόβιτς εγγράφεται μετά από αφόρητες πιέσεις στο Κόμμα. Είναι η «παράδοση» του μεγάλου καλλιτέχνη και η περίοδος που ναι μεν δεν κινδυνεύει με θάνατο, φυλάκιση και τα υπόλοιπα «δώρα» του καθεστώτος, ωστόσο ο ίδιος αισθάνεται ότι πια, με την τελευταία αυτή πράξη, την εγγραφή του στο Κόμμα, αυτοί κέρδισαν και αυτός έχασε ολοκληρωτικά. Το μόνο που του απομένει πέραν από την αμείλικτη κρίση της Ιστορίας είναι η μουσική του και η ελπίδα ότι αυτή, εφόσον μείνει στα μετέπειτα χρόνια, όταν αυτός πια θα έχει φύγει από τη ζωή, θα καταφέρει τρόπον τινά να «καθαρίσει» το όνομά του, ώστε ο κόσμος να μην τον θεωρεί δειλό, τουλάχιστον όχι χωρίς να αναλογιστεί τι διακυβευόταν.

«Η τέχνη είναι ο ψίθυρος της ιστορίας, που ακούγεται πάνω από τον αχό της εποχής. Η τέχνη δεν υπάρχει για την τέχνη. Υπάρχει για τον λαό. Ποιον λαό όμως και ποιος τον καθορίζει; Ο ίδιος θεωρούσε ανέκαθεν την τέχνη του αντι-αριστοκρατική. Έγραφε, άραγε, για μια κοσμοπολίτική ελίτ αστών, όπως ισχυρίζονταν οι επικριτές του; Όχι. Έγραφε μουσική για όλους και για κανέναν. Έγραφε για εκείνους που εκτιμούσαν περισσότερο τη μουσική του, ανεξαρτήτως κοινωνικής προέλευσης. Έγραφε μουσική για τα αυτιά και για κανέναν. Έγραφε για εκείνους που εκτιμούσαν περισσότερο τη μουσική του ανεξαρτήτως κοινωνικής προέλευσης. Έγραφε μουσική για τα αυτιά που μπορούσαν να ακούσουν. Ήξερε επομένως ότι κάθε αληθινός ορισμός της τέχνης είναι κυκλικός, ενώ κάθε αναληθής τής αποδίδει κάποια συγκεκριμένη λειτουργία».

περιοδικό TimeΗ τριτοπρόσωπη, αποστασιοποιημένη, υπαινικτική γραφή του Μπαρνς καταφέρνει να μας βάλει στη θέση του μουσικοσυνθέτη, ώστε να τον κρίνουμε πρώτα σαν άνθρωπο και μετά σαν συνθέτη. Η θρυμματισμένη ζωή του μεγάλου δημιουργού αποδίδεται ευφυώς από τον συγγραφέα με τη μορφή αποσπασμάτων, εσωτερικών φωνών και μονολόγων, αναμνήσεων που πηγαινοέρχονται στον χρόνο και που όταν ενώνονται δημιουργούν έναν άνθρωπο σε μόνιμο φόβο· φόβο για τη ζωή του, φόβο για την οικογένειά του, φόβο για την τέχνη του και για το αν θα μπορέσει να την προφυλάξει από τους δικτάτορες και τους δολοφόνους, φόβο για την τιμιότητα, την ευθύτητα και την ακεραιότητά του, φόβο για τα πάντα.

Πώς μπορεί κανείς να συνθέσει σε καθεστώς αστυνόμευσης της σκέψης; Πώς μπορεί κανείς να επιβιώσει και να δημιουργήσει αριστουργήματα με την ποινικοποίηση της δημιουργίας; Πώς μπορεί κανείς να ζήσει και παράλληλα να έρθει σε πλήρη ρήξη με τα πιστεύω του, την ηθική του σε ένα ανελεύθερο καθεστώς, από τα πλέον ειδεχθή που γνώρισε η Ιστορία; Πώς μπορεί κανείς να διασώσει την τέχνη του; Αυτά είναι τα ερωτήματα, με τα οποία έρχεται αντιμέτωπος ο αντιήρωας και βαθιά ανθρώπινος Σοστακόβιτς, αλλά και ο αναγνώστης κατά την ανάγνωση του συγκλονιστικού αυτού βιβλίου. Και παρά τις δύσκολες απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα, παρά τη σκληρότητα της ετυμηγορίας της Ιστορίας, η οποία «βλέπει» ήρωες εκεί όπου οι συγγραφείς «βλέπουν» ανθρώπους, η μουσική του μεγάλου αυτού μουσικοσυνθέτη, τίμια, γενναία και σπουδαία, όχι μόνο κατέπνιξε τον αχό της σταλινικής εποχής, αλλά καταφέρνει να μας ψιθυρίζει μέχρι σήμερα ότι στο τέλος, όποιος και όπως κι αν πολεμήσει την αλήθεια σου, αυτή θα βρίσκει τρόπο να επιβιώνει. Στην περίπτωση του Σοστακόβιτς επιβίωσε μέσα από τη μουσική του.

julian barnesΟ συγγραφέας

Ο Τζούλιαν Μπαρνς, ένας από τους σημαντικότερους βρετανούς συγγραφείς, γεννήθηκε το 1946 στο Λέστερ της Μεγάλης Βρετανίας. Σπούδασε νομικά και γαλλική φιλολογία στην Οξφόρδη. Το πρώτο του μυθιστόρημα, το Metroland, εκδόθηκε το 1980. Ο παπαγάλος του Φλωμπέρ απέσπασε λογοτεχνικά βραβεία στην Αγγλία, την Ιταλία και τη Γαλλία. Το 1986 η Ακαδημία Τεχνών και Γραμμάτων των ΗΠΑ τού απένειμε το βραβείο Ε.Μ. Φόρστερ. Το 1988 χρίστηκε ιππότης του Γαλλικού Τάγματος Τεχνών και Γραμμάτων. Το μυθιστόρημά του Άρθουρ & Τζoρτζ ήταν υποψήφιο για το βραβείο Booker 2005, όπως επίσης και Ο παπαγάλος του Φλωμπέρ το 1984 και το England, England το 1998. Στην τέταρτη υποψηφιότητά του για το ίδιο βραβείο, αναδείχθηκε νικητής για το μυθιστόρημά του με τίτλο Ένα κάποιο τέλος το 2011. Από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ κυκλοφορούν τα εξής βιβλία: England, England, Ο παπαγάλος του Φλωμπέρ, Άρθουρ και Τζορτζ, Ένα κάποιο τέλος, Ιστορία του κόσμου σε 10 ½ κεφάλαια, Πριν εκείνη με γνωρίσει, Τα τρία επίπεδα της ζωής, Χωρίς να φοβάμαι τίποτα πια, Ο διανοούμενος στην κουζίνα.

Ο συγγραφέας μιλάει για το βιβλίο του:

Ακούστε τη μουσική του Σοστακόβιτς

Έγραψαν για το βιβλίο:

  1. http://librofilo.blogspot.gr/2016/06/blog-post_23.html
  2. http://www.kathimerini.gr/863117/article/politismos/vivlio/ntmitri-sostakovits-mia-deilh-kai-atolmh-moysikh-idiofyia
  3. http://amagi.gr/content/tzoylian-mparns-o-ahos-tis-epohis
  4. http://www.tanea.gr/news/nsin/books/article/5344142/moysikh-gia-ton-lao-kai-o-axos-toy-stalinismoy/
  5. http://www.kathimerini.gr/855199/article/politismos/vivlio/kallitexnikh-eyfyia-ypo-diwgmon
  6. http://www.lifo.gr/print/radio_bookspotti/95359
  7. http://diavazontas.blogspot.gr/2016/06/the-noise-of-time-julian-barnes.html
  8. https://www.theguardian.com/books/2016/jan/17/the-noise-of-time-julian-barnes-review-dmitri-shostakovich
  9. http://www.nytimes.com/2016/05/15/books/review/the-noise-of-time-by-julian-barnes.html?_r=0
  10. http://www.npr.org/2016/05/10/476486103/the-noise-of-time-cant-drown-out-shostakovich
  11. http://www.newyorker.com/books/page-turner/julian-barnes-and-the-shostakovich-wars
  12. http://www.startribune.com/review-the-noise-of-time-by-julian-barnes/380178071/

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *