ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Γκόλεμ του Pierre Assouline

Photo by Sebastien

«Όταν λιώνει το χιόνι, πού πάει το λευκό;

Με τους αγκώνες στο περβάζι του παραθύρου, το μέτωπο κολλημένο στο τζάμι, το βλέμμα χαμένο στις αρτηρίες του Μεγάλου Νοσοκομείου, αυτό το πλέγμα από δρόμους και λεωφόρους που του έδινε την αίσθηση πόλης μέσα στην πόλη, όπως είχε καταλήξει ο χώρος του νοσοκομείου με τις προσθήκες κτιρίων, παραδινόταν ξανά και ξανά σ’ αυτή την ερώτηση χωρίς απάντηση, της οποίας δεν γνώριζε τον δημιουργό, παρά τις έρευνές του στο διαδίκτυο και στους εγκυκλοπαιδικούς θησαυρούς των βιβλιοθηκών.»

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Suburra των Kάρλο Μπονίνι, Τζανκάρλο ντε Κατάλντο

David Kelliher

«Στο υγρό σκοτάδι της καλοκαιρινής νύχτας, τρεις άντρες περίμεναν μέσα σ’ ένα Fiat Ducato των καραμπινιέρων παρκαρισμένο δίπλα στον Τίβερη. Φορούσαν τις στολές του σώματος αλλά ήταν κακοποιοί. Στη λάθος μεριά της Ρώμης τούς ήξεραν με τα ψευδώνυμα Μπούκας, Λόταρ και Μαντρέικ. Ο Μπούκας κατέβηκε από το φορτηγάκι και πήγε στο ποτάμι. Έβγαλε από την τσέπη του ένα σπασμένο μπισκότο και το άφησε στο παραπέτο. Έκανε ένα-δυο βήματα πίσω κι απόμεινε να χαζεύει έναν γλάρο που έχωνε το ράμφος του μες στα τρίμματα του μπισκότου».

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Το τέλος της ιστορίας της Lydia Davis

photo by Jez Timms

«Την τελευταία φορά που τον είδα -τότε δεν ήξερα ότι θα ήταν η τελευταία- καθόμουν στη βεράντα με μια φίλη. Εκείνος μπήκε απ’ την αυλόπορτα ιδρωμένος, με ροδαλό το πρόσωπο και το στήθος, με τα μαλλιά βρεγμένα, και κοντοστάθηκε ευγενικά, για να μας μιλήσει. Κάθισε οκλαδόν στο κεραμιδί τσιμεντένιο δάπεδο, ή μπορεί και στην άκρη ενός ξύλινου πάγκου. Ήταν μια καυτή μέρα του Ιουνίου. Είχε πάρει τα πράγματά του απ’ το γκαράζ μου και τα είχε φορτώσει στην καρότσα ενός ανοιχτού ημιφορτηγού. Σκόπευε, θαρρώ, να τα μεταφέρει σ’ ένα γκαράζ. Θυμάμαι πόσο αναψοκοκκινισμένος ήταν, αλλά η φαντασία μου πρέπει να καταβάλει προσπάθεια για να ξαναδώ τα ορειβατικά του μποτάκια, τους λευκούς μηρούς του που φάρδαιναν όταν κουκούβιζε ή καθόταν, και την ευπροσήγορη, φιλική έκφραση που σίγουρα είχε πάρει το πρόσωπό του καθώς μιλούσε σε τούτες τις δύο γυναίκες που δεν περίμεναν τίποτε από εκείνον».

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Η Μαριονέτα του Daniel Cole

Photo by Aimee Vogelsang

«Η Σαμάνθα Μπόιντ πέρασε κάτω από την ασταθή μπάρα της αστυνομίας και σήκωσε το βλέμμα στο άγαλμα της Θέμιδας που έστεκε στην κορυφή του διαβόητου δικαστηρίου του Λονδίνου Ολντ Μπέιλι. Αν και προοριζόταν να αποτελεί σύμβολο δύναμης και ακεραιότητας, η Σαμάνθα την έβλεπε τώρα ως αυτό που ήταν στην πραγματικότητα: μια πλανημένη, απελπισμένη γυναίκα, έτοιμη να σωριαστεί στο πεζοδρόμιο παραπαίοντας. Πολύ ταιριαστό που το μαντίλι που έδενε τα μάτια των ομοίων της ανά τον κόσμο είχε παραλειφθεί· γιατί η “τυφλή δικαιοσύνη” ήταν μια ιδέα αφελής, ιδίως όταν είχε να κάνει με ζητήματα όπως ο ρατσισμός ή η διαφθορά της αστυνομίας».

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Ποτέ και Πουθενά του Neil Gaiman

Photo by Sandra Mode

«Η νύχτα, πριν πάει στο Λονδίνο, δεν ήταν διασκεδαστική για τον Ρίτσαρντ Μέιχιου. Το βράδυ είχε αρχίσει μια χαρά: είχε διαβάσει τις αποχαιρετιστήριες κάρτες, τον είχαν αγκαλιάσει αρκετές νεαρές κυρίες από τον φιλικό του κύκλο, κυρίες που δεν θα τις έλεγες άσχημες, είχε ακούσει τις συνηθισμένες προειδοποιήσεις για τους κινδύνους και τις παγίδες του Λονδίνου, είχε χαρεί με την άσπρη ομπρέλα που είχα πάνω της τον χάρτη του λονδρέζικου μετρό, που οι φίλοι του είχαν μαζέψει λεφτά και το είχαν αγοράσει·
[…]

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Σκοτεινή ύλη του Blake Crouch

© Erol Ahmed

«Λατρεύω τα βράδια της Πέμπτης. Έχουν μια αίσθηση ότι βρίσκονται πέρα από τον χρόνο. Είναι η παράδοσή μας: οι τρεις μας, μόνοι μας, μια οικογενειακή νύχτα. Ο γιος μου ο Τσάρλι κάθεται στο τραπέζι και ζωγραφίζει σε ένα μπλοκ ζωγραφικής. Είναι σχεδόν δεκαπέντε. Ψήλωσε πέντε εκατοστά το καλοκαίρι και με έχει φτάσει πια στο ύψος. Γυρίζω το κεφάλι από το κρεμμύδι που ψιλοκόβω και τον ρωτάω:

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Το μυστικό νερό της Ιωάννας Μπουραζοπούλου

Detail from Vädersolstavlan showing the medieval towers on w:Riddarholmen, including w:Birger Jarls torn.

«Μέσα στο σκοτάδι που τον περιέβαλλε, ο Ριάλδης αισθανόταν την παρουσία του Μερμετούλη κι ας μην μπορούσε να τον δει. Μπορούσε όμως να μυρίσει την καμπούρα του, η οποία ανέδυε πάντα μια βαριά μυρωδιά, σαν φύλλα σαπισμένα από την υγρασία. Πώς βρέθηκε δεμένος με λουριά σε τούτο το στενό ιατρικό κρεβάτι; Δεν θυμόταν τίποτε απολύτως. Ένιωθε ένα έντονο κάψιμο στο δέρμα του, πίσω από το αριστερό αυτί. Μια οδοντιατρική λάμπα άναψε ξαφνικά, εστίασε στο πρόσωπό του και τον τύφλωσε. Ο Μερμετούλης έσκυψε από πάνω του κρατώντας μια μακριά λαβίδα, ενώ οι κόρες των ματιών του διαστέλλονταν και συστέλλονταν ασταμάτητα. Τη μια στιγμή κάλυπταν όλο το ασπράδι του βολβού και την άλλη γίνονταν μικροσκοπικές, σαν το κεφαλάκι της καρφίτσας. Η λαβίδα έστριψε προσεκτικά το λοβό του Ριάλδη. “Διακρίνω ένα μπλε σημάδι πίσω από το αριστερό σας αυτί, υποκόμη μου” μουρμούρισε ο Μερμετούλης. “Δεν είναι μεγαλύτερο από λίγα τετραγωνικά εκατοστά και έχει σχήμα ιππόκαμπου. Μήπως έχετε γεννηθεί στον αστερισμό της Παρθένου;”». 

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Η συντέλεια του κόσμου της Τζέννυ Έρπενμπεκ

«Ο Κύριος έδωκε και ο κύριος αφήρεσεν, της είχε πει η γιαγιά της στην άκρη του λάκκου. Αλλά δεν ήταν αλήθεια αυτό, γιατί ο Κύριος είχε αφαιρέσει πολύ περισσότερα απ’ όσα υπήρχαν-κι όλα όσα θα μπορούσαν να είχανε γίνει απ’ το παιδί κείτονταν τώρα εκεί κάτω κι έπρεπε να τα σκεπάσει το χώμα. Τρεις χούφτες χώμα, και το μικρό κορίτσι, που βγαίνει τρέχοντας απ’ το σπίτι με τη σάκα του στην πλάτη, το σκέπασε το χώμα, η σάκα τραμπαλίζεται πάνω κάτω, ενώ εκείνο όλο και απομακρύνεται· τρεις χούφτες χώμα, και η δεκάχρονη που παίζει πιάνο με χλομά δάχτυλα κειτότανε εκεί· τρεις χούφτες, και η έφηβη που την κοιτάζουνε οι άντρες επειδή τα μαλλιά της λάμπουνε τόσο χαλκοκόκκινα θάφτηκε ζωντανή· τρεις φορές ρίξανε χώμα, και η μεγάλη γυναίκα που θα της είχε πάρει, όταν θα είχε αρχίσει και η ίδια να γίνεται αργή, ένα εργόχειρο απ’ τα χέρια με τα λόγια: αχ, μάνα, κι εκείνη αργά

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Σκοτεινός Αρκτικός του Ian McGuire

Photo by Jan Erik Waider on Unsplash

«Ιδε ο άνθρωπος. Σέρνοντας τα πόδια του, βγαίνει από την αυλή τού Κλάπισον στη Σάικς Στριτ και ανασαίνει ένα μείγμα διαλυτικού, ιχθυάλευρου, μουστάρδας, γραφίτη και συνηθισμένης αφόρητης πρωινής κατρουλίλας από μόλις αδειασμένα δοχεία νυκτός. Ξεφυσάει μια φορά, τρίβει το κεφάλι του με τα τραχιά, όρθια μαλλιά και διορθώνει τον καβάλο του. Μυρίζει τα δάχτυλά του, ύστερα τα πιπιλάει αργά ένα ένα, ρουφώντας τα τελευταία υπολείμματα, για να μην πάει χαμένη ούτε δεκάρα από τα λεφτά που έδωσε. Στο τέλος της Τσάρτερχαουζ Λέιν, στρίβει βόρεια στη Γουίνκολμλι, περνάει την Ταβέρνα ”De La Pole”, περνάει το εργοστάσιο σπαρματσέτων και το ελαιοτριβείο. Πάνω από τις στέγες των αποθηκών, βλέπει τα μεσιανά και τις μετζάνες των πλοίων να λικνίζονται, ακούει τις φωνές των λιμενεργατών και τις ματσόλες από το βαρελοποιείο εκεί κοντά.»