ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

JAZZ της Toni Morrison

photo by Jd Mason

«E, την ξέρω αυτή τη γυναίκα. Έμενε κάποτε στη λεωφόρο Λένοξ, συντροφιά μ’ ένα σμάρι πουλιά. Ξέρω και τον άντρα της. Ξεμυαλίστηκε μ’ ένα δεκαοχτάχρονο κορίτσι, μ’ έναν από εκείνους τους ολέθριους, τρομακτικούς έρωτες που τον έκανε να νιώθει τέτοια θλίψη και ευτυχία ώστε τη σκότωσε μόνο και μόνο για να κρατήσει ζωντανό τούτο το αίσθημα. Όταν η γυναίκα, το όνομά της είναι Βάιολετ, πήγε στην κηδεία να δει το κορίτσι και να χαρακώσει το πεθαμένο του πρόσωπο, ο κόσμος την έριξε κάτω και την πέταξε έξω απ’ την εκκλησία. Κι εκείνη έτρεξε, μέσα σ’ όλο εκείνο το χιόνι, κι όταν γύρισε στο διαμέρισμά της έβγαλε τα πουλιά από τα κλουβιά τους, άνοιξε τα παράθυρα και τα άφησε να παγώσουν ή να πετάξουν, μαζί και τον παπαγάλο που έλεγε “σ’ αγαπώ”».

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Η ταβέρνα της Τζαμάικας της Daphne Du Maurier

© Krzysztof Cuber

«Ήταν μια γκρίζα παγωμένη μέρα, στα τέλη του Νοέμβρη. Ο καιρός είχε αλλάξει μέσα σε μια νύχτα, κι ο άνεμος είχε φέρει μαζί του έναν μολυβένιο ουρανό κι ένα αδιάκοπο ψιλόβροχο, και παρόλο που δεν ήταν καλά καλά δύο το απόγευμα, το χλωμό χειμωνιάτικο σούρουπο έμοιαζε να πλησιάζει τους γύρω λόφους, τυλίγοντάς τους στην καταχνιά. Μέχρι τις τέσσερις θα είχε σκοτεινιάσει. Ο αέρας ήταν υγρός και παγωμένος, και παρά τα σφαλισμένα παράθυρα, τρύπωνε μέσα στην άμαξα. Η υγρασία στα πέτσινα καθίσματα γινόταν αισθητή με το άγγιγμα, και πρέπει να υπήρχε μια χαραμάδα στην οροφή, γιατί πού και πού οι στάλες της βροχής έπεφταν απαλά στο εσωτερικό, μουσκεύοντας το δέρμα κι αφήνοντας έναν σκούρο λεκέ, σαν μελάνι πιτσιλισμένο. Με τις ριπές του ανέμου η άμαξα κλυδωνιζόταν στις στροφές του δρόμου, και στα ακάλυπτα σημεία της διαδρομής φυσούσε με τέτοια ένταση, που όλη η καρότσα έτρεμε και ταλαντευόταν, ανάμεσα στις ψηλές της ρόδες, σαν μεθυσμένη».

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Ζούσαμε πάντα σ’ ένα κάστρο της Shirley Jackson

© Max Newhal

«ΜΕ ΛΕΝΕ ΜΕΡΙ ΚΑΘΡΙΝ ΜΠΛΑΚΓΟΥΝΤ. Είμαι δεκαοχτώ χρονών και ζω με την αδελφή μου, την Κόνστανς. Έχω σκεφτεί πολλές φορές ότι με λίγη τύχη θα μπορούσα να είχα γεννηθεί λυκάνθρωπος, επειδή τα δυο μεσαία δάχτυλα των χεριών μου έχουν το ίδιο μήκος, αλλά έπρεπε να αρκεστώ σε ό,τι είχα. Αντιπαθώ το μπάνιο, τα σκυλιά και τη φασαρία. Συμπαθώ την αδελφή μου την Κόνστανς, τον Ριχάρδο της Υόρκης και το Amanita Phalloides, το μανιτάρι θανατίτη. Όλα τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς μου έχουν πεθάνει».

ΝΟΥΒΕΛΑ

Μoderato Cantabile της Mαργκερίτ Ντιράς

© Clark Young

«-Διαβάζεις, παρακαλώ, αυτό που γράφει στο πάνω μέρος της παρτιτούρας σου; ρώτησε η κυρία

– Moderato Cantabile, είπε το παιδί.

Η κυρία υπογράμμισε αυτή την απάντηση χτυπώντας μια φορά με το μολύβι πάνω στα πλήκτρα. Το παιδί έμεινε ασάλευτο, το κεφάλι στραμμένο στην παρτιτούρα του.

– Και τι θέλει να πει moderato cantabile;

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Αγαπημένη της Toni Morrison

© Sandra Cunningham

«TΟ 124 ΗΤΑΝ ΟΛΟ ΜΙΣΟΣ. Γεμάτο φαρμάκι βρέφους. Οι γυναίκες του σπιτιού το ήξεραν, το ίδιο και τα παιδιά. Για χρόνια, καθένας έβρισκε τον τρόπο του ν’ αντέξει το μίσος, όμως μέχρι το 1873, η Σήθ κι η κόρη της Ντένβερ ήταν τα μόνα του θύματα. Η γιαγιά, η Μπέμπα Σάγκς, είχε πεθάνει και οι γιοί, ο Χάουαρντ και ο Μπάγκλαρ, το είχαν σκάσει μόλις έγιναν δεκατριών χρονώ – μόλις ένας καθρέφτης θρυμματίστηκε στο κοίταγμά του (αυτό ήταν το σινιάλο για τον Μπάγκλαρ). Μόλις δύο αποτυπώματα από μικροσκοπικά χέρια φάνηκαν στο γλυκό (αυτό ήταν για τον Χάουαρντ). Κανένα απ’ τ’ αγόρια δεν περίμενε να δει περισσότερα. Ακόμα μια χύτρα μπιζέλια αδειασμένα σωρό πάνω στο πάτωμα ν’ αχνίζουν.

NON FICTION

Ημερολόγιο Προσευχής της Φλάννερυ Ο’ Κόννορ

© nousnou iwasaki

«[…] να με απασχολεί εδώ η λογοτεχνική αρτιότητα αντί να Σε σκέφτομαι κι αντί να εμπνέομαι από την αγάπη που θα ήθελα να νιώθω. Κύριε, δεν μπορώ να Σε αγαπήσω όπως θέλω. Είσαι μια λεπτή ημισέληνος που ατενίζω κι ο εαυτός μου είναι η σκιά της Γης που με εμποδίζει να δω ολόκληρο το φεγγάρι. Η ημισέληνος είναι πολύ όμορφη κι ίσως κάποια σαν κι εμένα να μην πρέπει ή να μην μπορεί να δει παρά μονάχα αυτή ͘όμως φοβάμαι, Κύριε, ότι η σκιά του εαυτού μου θα μεγαλώσει τόσο που θα σκεπάσει εντελώς το φεγγάρι, κι ότι θα κρίνω τον εαυτό μου από τη σκιά που είναι το τίποτα».

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Πέδρο Πάραμο του Χουάν Ρούλφο

© stengchen

«Ήρθα στην Κομάλα γιατί μου είπαν πως εδώ ζούσε ο πατέρας μου, κάποιος Πέδρο Πάραμο. Μου το’ πε η μητέρα μου. Κι εγώ της υποσχέθηκα πως θα ερχόμουν να τον βρω μόλις θα πέθαινε. Της έσφιξα τα χέρια, σημάδι ότι θα το έκανα, γιατί εκείνη βάδιζε τότε προς το θάνατο κι εγώ ήμουν πρόθυμος να της υποσχεθώ τα πάντα».

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Η τέχνη της χαράς της Goliarda Sapienza

© tiburi

«ΝΑ ΜΕ, ΛΟΙΠΟΝ: τεσσάρων-πέντε χρόνων, σ’ ένα λασπότοπο, να σέρνω ένα θεόρατο κούτσουρο. Δεν υπάρχουν ούτε δέντρα ούτε σπίτια τριγύρω, μονάχα ο ιδρώτας από την προσπάθεια να κουβαλήσω εκείνο το τραχύ ξύλο και το έντονο κάψιμο στις πληγωμένες παλάμες μου. Βουλιάζω στη λάσπη ίσαμε τους αστραγάλους, όμως πρέπει να προχωρήσω, δεν ξέρω γιατί, πρέπει πάντως να το κάνω. Ας αφήσουμε αυτή την πρώτη ανάμνησή μου όπως είναι: δεν μου πάει να κάνω εικασίες ή μαντεψιές. Θέλω να σας πω πώς έγιναν τα πράγματα, χωρίς να παραλλάξω τίποτα».

ΝΟΥΒΕΛΑ

Χρονικόν ενός προαναγγελθέντος θανάτου του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες

© jhonattan

«Τη μέρα που επρόκειτο να τoν σκοτώσουν, ο Σαντιάγο Νασάρ σηκώθηκε στις πεντέμιση το πρωί, για να περιμένει το πλοίο που θα’φερνε τον επίσκοπο. Είχε ονειρευτεί πως διέσχιζε ένα δάσος από φραγκοσυκιές, όπου ψιλόβρεχε και, για μια στιγμή, ήταν ευτυχισμένος μες στ’ όνειρό του».