ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Η καρδερίνα της Donna Tartt

The Goldfinch, 1654
605 Carel Fabritius The Goldfinch, 1654 Mauritshuis, The Hague
«ΟΣΟ ΗΜΟΥΝ ΑΚΟΜΑ ΣΤΟ ΑΜΣΤΕΡΝΤΑΜ, είδα στον ύπνο μου τη μητέρα μου για πρώτη φορά ύστερα από χρόνια. Ήμουν κλεισμένος στο ξενοδοχείο μου πάνω από μία εβδομάδα, υπερβολικά φοβισμένος για να ξεμυτίσω ή να τηλεφωνήσω σε οποιονδήποτε. Η καρδιά μου έτρεμε και σφιγγόταν με τους πιο αθώους θορύβους: Το κουδούνισμα του ανελκυστήρα, το κροτάλισμα του τρόλεϊ με τα μπουκαλάκια για τον ανεφοδιασμό των μίνι-μπαρ, ως και αυτά ακόμα τα μελωδικά καμπανίσματα των ρολογιών που σήμαιναν την ώρα από τα κωδωνοστάσια της Βέστερκερκ και της Κρέιτμπερχ είχαν μια σκοτεινή αιχμή στην κλαγγή τους, μια υποβόσκουσα αίσθηση καταδίκης βγαλμένη από σκοτεινό παραμύθι

Η καρδερίνα της Donna Tartt
Pulitzer Μυθοπλασίας 2013 Mετάφραση: Xριστιάννα Ελ. Σακελλαροπούλου Eκδόσεις: A.A. Λιβάνη Σελ.: 989

Χριστούγεννα. Σε κάποιο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου στο Άμστερνταμ. Ο Θίο Ντέκερ, ο κεντρικός ήρωας της Καρδερίνας, ξεκινάει την ιστορία του, και μαζί του παρακολουθούμε το ταξίδι ενός αγοριού στη βίαιη -λόγω του θανάτου της μητέρας του- ενηλικίωση. Με την αμεσότητα της πρωτοπρόσωπης αφήγησης, ο Θίο μας παίρνει από το χέρι, για να μας οδηγήσει με αργό βηματισμό, χίλιες περίπου σελίδες μετά, ξανά στο Άμστερνταμ και στην αρχή της ιστορίας, όπου πλέον οι ψηφίδες έχουν τοποθετηθεί και το όνειρο με τη μητέρα του θα αποτελέσει την υπόσχεση για την προσωπική του σωτηρία, η οποία φυσικά περνάει μέσα από τον ομώνυμο πίνακα του Ολλανδού ζωγράφου Carel Fabritious (1622-1654).

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Ο Θίο και η μητέρα του επισκέπτονται το Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης. Στην αίθουσα που φιλοξενεί την Καρδερίνα του Fabritious η μητέρα του εξηγεί στον Θίο πως μέσα από τη μικροσκοπική καρδερίνα αγάπησε την τέχνη: 

the metropolitan museum
© kirstinjhill

«Αυτός πρέπει να είναι ο πρώτος πίνακας που αγάπησα με όλη τη σημασία της λέξης, έλεγε τώρα η μητέρα μου […] Ήταν μικρός, ο πιο μικρός στην έκθεση, και ίσως ο πιο απλός: ένα κίτρινο πουλάκι σε ένα γυμνό, άχρωμο φόντο, με μια αλυσίδα να το κρατάει δεμένο στην κούρνια του από το σαν κλαράκι αδύνατο ποδαράκι».

Λίγες στιγμές μετά από αυτό που θα ακολουθήσει, ο Θίο θα ταυτίσει τον πίνακα με τη μητέρα του για πάντα. Η μητέρα του απομακρύνεται σε άλλη αίθουσα, ενώ ο Θίο μένει να παρατηρεί τη μικρούλα κοκκινομάλα που ακούει στο όνομα Πίππα, η οποία συνοδευόταν από έναν ηλικιωμένο, τον Γουέλτι Μπλάκγουελ, αντικέρ στο επάγγελμα, όπως διαπιστώνουμε στη συνέχεια. Λίγη ώρα μετά, μια εκκωφαντική έκρηξη από τρομοκρατική ενέργεια θα πάρει τη ζωή της μητέρας του και θ’ αλλάξει τη δική του για πάντα.

«Όταν ήμουν μαζί της, όλα έπαιρναν ζωή. Έριχνε γύρω της ένα μαγικό θεατρικό φως, έτσι που, αν μπορούσες να κοιτάξεις μέσα από τα μάτια της, έβλεπες τα πάντα πιο λαμπερά – θυμάμαι λίγο καιρό πριν πεθάνει, κι ενώ δειπνούσαμε αργά το βράδυ σε ένα ιταλικό εστιατόριο στο Βίλατζ, τον τρόπο που γαντζώθηκε από το μπράτσο μου μπροστά στην ξαφνική, σχεδόν οδυνηρή, ομορφιά μας τούρτας γενεθλίων με τα κεράκια αναμμένα που έφερνε από την κουζίνα μια πομπή σερβιτόρων, ένας αχνός κύκλος φωτός που τρεμόφεγγε στο σκοτεινό ταβάνι, και μετά η τούρτα να καταλαμβάνει ολόφωτη το κέντρο του τραπεζιού μιας οικογένειας, λαμπρύνοντας το πρόσωπο μιας ηλικιωμένης γυναίκας, πλατιά χαμόγελα ολόγυρα, οι σερβιτόροι να υποχωρούν διακριτικά με τα χέρια πλεγμένα πίσω, ένα συνηθισμένο δείπνο γενεθλίων σαν αυτά που μπορείς να πετύχεις σε οποιοδήποτε φτηνό εστιατόριο του κάτω Μανχάταν, και είμαι σίγουρος ότι δε θα το θυμόμουν καν, αν δεν την έχανα τόσο σύντομα μετά, όμως το σκεφτόμουν ξανά και ξανά μετά το θάνατό της, και πιθανότατα θα συνεχίσω να το κάνω για όλη την υπόλοιπη ζωή μου: να θυμάμαι εκείνον το φωτεινό κύκλο από κεράκια, ένα ταμπλό βιβάν της καθημερινής, κοινότοπης ευτυχίας που χάθηκε για μένα όταν έχασα εκείνη

Όταν ο Θίο συνέρχεται με επιφανειακά μόνο τραύματα, ο ηλικιωμένος κύριος, λίγο πριν πεθάνει, του δίνει ένα δαχτυλίδι με την παράκληση να το πάει στον συνεργάτη του, Τζέιμς Χόμπαρτ (Χόμπι), αναπαλαιωτή επίπλων. Ο Θίο δεν παίρνει μόνο το δαχτυλίδι, αλλά υποκινούμενος από μία εσωτερική παρόρμηση και τον πίνακα. 

Απ’ τη μια στιγμή στην άλλη ο ήρωάς μας μένει απολύτως μόνος, αφού ο -επαγγελματίας τζογαδόρος – πατέρας του έχει εξαφανιστεί από τη ζωή του και οι παππούδες του επίσης δεν ενδιαφέρονται γι’ αυτόν. Θα περάσει ένα μικρό χρονικό διάστημα στο σπίτι ενός ευκατάστατου συμμαθητή του, μέχρι να τον θυμηθεί ο πατέρας του και να τον πάρει κοντά του στο Λας Βέγκας. Εκεί θα γνωρίσει τον Μπόρις, ένα παιδί με καταγωγή από την Πολωνία, το οποίο, όπως και ο Θίο, μεγαλώνει σχεδόν μόνο του. Χωρίς εποπτεία από τους πατεράδες τους, τόσο ο Θίο, όσο και ο Μπόρις το ρίχνουν στο αλκοόλ, το κάπνισμα και τα ναρκωτικά, ενώ μεταξύ τους αναπτύσσεται κάτι παραπάνω από φιλία. Μετά το θάνατο του πατέρα του και χωρίς να τον δένει κάτι με το Λας Βέγκας, εκτός από τη σχέση του με τον Μπόρις, ο Θίο επιστρέφει στη Νέα Υόρκη. Καταφεύγει στον Χόμπι, ο οποίος θα τον υιοθετήσει, θα τον αγαπήσει σαν πραγματικό του γιο, ενώ παράλληλα θα του μάθει την τέχνη της αναπαλαίωσης αντικών.

party
© Asier Barrio

Παραδόξως, η Tartt σιωπά για το χρονικό διάστημα των σπουδών του πρωταγωνιστή της και με ένα άλμα έξι ετών βρίσκουμε τον Θίο να ασχολείται με την πώληση των αντικών του Χόμπι (και κυρίως με την πώληση αντιγράφων ως αυθεντικών), προκειμένου να γλυτώσει τον Χόμπι απ’ τη χρεοκοπία. Παράλληλα ο νεαρός πρωταγωνιστής, επανασυνδέεται με την οικογένεια του πλούσιου συμμαθητή του, στην οποία επίσης ενέσκηψε ο θάνατος, ενώ ο Μπόρις ξαναμπαίνει στη ζωή του, για να τον οδηγήσει στο Άμστερνταμ, όπου ο Θίο, στα πρόθυρα της αυτοκτονίας, κατεστραμμένος από τα ναρκωτικά και μπλεγμένος στην παρανομία,  ξεκινάει τη μακροσκελή αφήγηση για τα δεκατρία χρόνια της ζωής του με την καρδερίνα και χωρίς αυτήν.

cocaine stripes© Rotorhead

«ΌΤΑΝ ΗΜΟΥΝ ΠΑΙΔΙ, αφού πέθανε η μητέρα μου, έβαζα πάντα τα δυνατά μου να τη σκέφτομαι όταν έπεφτα για ύπνο, μήπως έτσι κατάφερνα να τη δω στα όνειρά μου. Αλλά δε γινόταν ποτέ. Ή μάλλον εκείνη βρισκόταν πάντα στα όνειρά μου, ως απουσία όμως, όχι ως παρουσία: το αεράκι που φυσούσε μέσα από ένα σπίτι που μόλις είχε αδειάσει, ο γραφικός της χαρακτήρας σε ένα τετράδιο, η μυρωδιά του αρώματός της, δρόμοι σε παράξενες χαμένες πόλεις από όπου ήξερα ότι είχε περάσει ελάχιστες στιγμές πριν, αλλά τώρα είχε πια χαθεί, ένας ίσκιος που ξεμάκραινε πάνω σε έναν τοίχο λουσμένο στο φως. […] Αλλά εκείνη τη νύχτα, επιτέλους, τη βρήκα. Ή, για να είμαι πιο ακριβής, με βρήκε εκείνη

 Το όνειρο στην αρχή (και το τέλος) του βιβλίου με τη μητέρα του θα σηματοδοτήσει την αρχή του τέλους της ιστορίας του Θίο και μια κάποια λύτρωση του πρωταγωνιστή, ο οποίος, βλέποντάς την μετά από δεκατρία χρόνια απουσίας -ακόμη και από τα όνειρά του- ξαναβρίσκει την «καρδερίνα» του.

 

unquestioned
© by denizdolmen


Ξεπερνώντας τα 1.500.000 αντίτυπα παγκοσμίως, το τρίτο κατά σειρά βιβλίο της ακριβοθώρητης συγγραφέως (έχουν προηγηθεί η -εξαιρετική-
«Μυστική Ιστορία», 1992, και ο -ακόμα αδιάβαστος- «Μικρός Φίλος», 2002, και τα δύο από τις εκδόσεις Λιβάνη) εκθειάστηκε από πολλούς και κατηγορήθηκε από άλλους τόσους (ακολουθούν links με όλων των ειδών τις κριτικές). Θα μπορούσε να είναι μικρότερο σε έκταση. Θα μπορούσε να έχει λιγότερα κλισέ. Θα μπορούσε επίσης σε ορισμένα σημεία να μη γίνεται τόσο διδακτικό και σε άλλα τόσο συναισθηματικό. Παρά τον όγκο και τα κλισέ όμως και παρά τη γλώσσα που θα μπορούσε να ήταν πιο δουλεμένη σε αρκετά σημεία (10 χρόνια γραψίματος ήταν αυτά!), το βιβλίο κυλάει όμορφα, μέχρι το σημείο (προς το τέλος) όπου η συγγραφέας «βγαίνει» από την ιστορία της και μέσα από έναν μακροσκελή μονόλογο του Θίο δίνει την εκδοχή της ως προς την ουσία, το κέντρο βάρους του βιβλίου της. Κάτι τέτοιο όμως ένας συγγραφέας το «δείχνει» μέσα από εικόνες που περιγράφει, δεν το επεξηγεί και δεν το επιβάλει με το ζόρι. Αν δεν καταφέρει μέσα από την αφήγηση να το «περάσει» στον αναγνώστη έχει αποτύχει, αφού άλλη ήταν η πρόθεση και άλλο το αποτέλεσμα του έργου. Οι τελευταίες λοιπόν δεκαεφτά σελίδες του βιβλίου ήταν αυτές που με «έβγαλαν» από την αφήγηση της ιστορίας. Τα παραπάνω ωστόσο δεν ήταν αρκετά για να σταματήσω το διάβασμα της Καρδερίνας, αφού τα προτερήματά του είναι σαφώς περισσότερα.

Όταν τέλειωσα το βιβλίο, το συναίσθημα που με κατέκλυσε ήταν η νοσταλγία. Αμέσως σχεδόν κοίταξα την Καρδερίνα στο εξώφυλλο και σκέφτηκα το δικό μου «αντικείμενο» που με συνδέει με την εποχή της δικής μου αθωότητας. 

Πυρήνα της Καρδερίνας αποτελεί η σύνδεση του πίνακα με τη μητέρα του ήρωα. Ο Θίο ταύτισε την Καρδερίνα με τη μητέρα του, ταύτισε την ομορφιά και την αθωότητα του πίνακα με την ομορφιά και την αθωότητα της ζωής του μαζί της, της ζωής του, πριν την απότομη και χωρίς τη θέλησή του, ενηλικίωση, της ζωής του, όπως ήταν κοντά της, ασφαλής και ζεστή και γεμάτη αγάπη και κυρίως γεμάτη από όμορφες δυνατότητες ως προς την εξέλιξή της, αν εκείνη ζούσε, δυνατότητες που περιορίστηκαν βίαια με τον θάνατό της. Σώζοντας τον πίνακα, έσωζε κατά κάποιο τρόπο τη μητέρα του από τον θάνατο και το παιδί μέσα του. Η Καρδερίνα ήταν ο φάρος του, η άγκυρά του που τον κρατούσε σφιχτά δεμένο με τη μητέρα του και δεν τον άφηνε να ξεστρατίσει (εντελώς).

H Καρδερίνα, όμως, αποτελεί και έναν ύμνο στη φιλία: τη φιλία του Θίο με τον Μπόρις, που έσωσε τον ήρωα και εν τέλει και τον πίνακα, τη φιλία που απλόχερα ο Χόμπι προσέφερε στον Θίο σώζωντάς τον από μία ζωή που δεν θα συνεχιζόταν (όπως έδειχναν τα πράγματα) με τον καλύτερο τρόπο για τον μικρό, αφού ακόμη και οι συγγενείς του τον είχαν ξεγράψει με συνοπτικές διαδικασίες. Οι ατμοσφαιρικές περιγραφές επίσης της Νέας Υόρκης και του Άμστερνταμ και οι -στα όρια της ασφυξίας- αποπνικτικές περιγραφές του Λας Βέγκας είναι από τα θετικά του βιβλίου, αφού από τη μία γνωρίζεις ότι η συγγραφέας μιλάει για το σήμερα και από την άλλη αφήνει μία αίσθηση μελλοντολογική, σχεδόν δυστοπική. «Ντικενσιανό» δεν το βρήκα, όπως χαρακτηρίστηκε κατά κόρον από πολλούς βιβλιοκριτικούς, εντός και εκτός. Η ατμόσφαιρα, η χρήση της γλώσσας  και οι περιγραφές του Ντίκενς απέχουν έτη φωτός από αυτές της Τartt.

Την Καρδερίνα αξίζει σίγουρα να τη διαβάσει κανείς. Είναι από τα βιβλία που, παρά τα όποια ελαττώματά του, αφήνουν μία όμορφη επίγευση, μιαν αίσθηση άλλης εποχής, παρόλο που διαδραματίζεται στο σήμερα. Με το που ακολουθήσει κάποιος τον ρυθμό του, θα απορροφηθεί σίγουρα από τον κόσμο της και θα περάσει καλά με τον μικρό Θίο στη μακρά αφηγηματική του περιπέτεια προς την ενηλικίωση. Όταν τέλειωσα το βιβλίο, το συναίσθημα που με κατέκλυσε ήταν η νοσταλγία. Αμέσως σχεδόν κοίταξα την Καρδερίνα στο εξώφυλλο και σκέφτηκα το δικό μου «αντικείμενο» που με συνδέει με την εποχή της δικής μου αθωότητας. Όλοι έχουμε από ένα. Αυτή και μόνο η αναπόληση ήταν η όμορφη γεύση που μου άφησε η Καρδερίνα και γι’ αυτό την ευχαριστώ.

Ο Carel Fabritious και η δική του “Καρδερίνα”


MH0605Carel Fabritius
The Goldfinch, 1654
Mauritshuis, The Hague


Το 1654, στην πόλη Nτελφτ της Ολλανδίας, μία έκρηξη 30 τόνων πυρίτιδας στο οπλοστάσιο της πόλης, είχε ως αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους πάνω από 100 κάτοικοι της πόλης και να τραυματιστούν χιλιάδες. Μεταξύ των τραυματιών ήταν και ο ζωγράφος της Καρδερίνας, ο Carel Fabritious (1622-1654), ο οποίος υπέκυψε στα τραύματά του. Με την έκρηξη καταστράφηκε σχεδόν το σύνολο του έργου του. Η Καρδερίνα ήταν από τα ελάχιστα έργα που διασώθηκαν. Την εποχή του o Fabritious ήταν ήδη πολύ γνωστός ζωγράφος. Δάσκαλος του Βερμέερ και μαθητής του Ρέμπραντ, ο Fabritious ήταν μάστορας στην τέχνη της ψευδαίσθησης. Αν κανείς προσέξει την Καρδερίνα του πίνακα προσεκτικά θα διαπιστώσει ότι το ποδαράκι της είναι δεμένο με μία μικρή αλυσίδα. Με τον κατάλληλο φωτισμό και τον ανάγλυφο τοίχο πίσω από το σωματάκι της, το μάτι εστιάζει στο σώμα της και όχι στη μικρή αλυσίδα στο πόδι της, με αποτέλεσμα η καρδερίνα να μοιάζει ζωντανή. Εκτίθεται μόνιμα στο Mauritshuis, στη Χάγη (http://www.mauritshuis.nl/).

Η συγγραφέας σε συνέντευξή της στην Kirsty Wark για το BBC

 


Έγραψαν για την Καρδερίνα:

http://www.tovima.gr/books-ideas/article/?aid=603304
http://www.lifo.gr/team/bookroom/45487
http://www.lifo.gr/mag/features/4513
http://anagnostria.blogspot.gr/2014/10/blog-post.html  

http://www.theguardian.com/books/2014/may/30/donna-tart-year-of-the-goldfinch
http://www.huffingtonpost.com/2014/06/27/the-goldfinch-book_n_5489272.html
http://www.vanityfair.com/culture/2014/07/goldfinch-donna-tartt-literary-criticism 

http://www.nytimes.com/2013/10/08/books/the-goldfinch-a-dickensian-novel-by-donna-tartt.html?pagewanted=all&_r=0
http://www.theomnivore.com/peter-kemp-on-the-goldfinch-by-donna-tartt-the-sunday-times/
http://www.complete-review.com/reviews/popus/tarttd2.htm
http://www.thecrimson.com/article/2013/12/19/goldfinch_tartt_review/
http://www.washingtonpost.com/entertainment/books/book-review-the-goldfinch-by-donna-tartt/2013/10/22/39b556ac-3837-11e3-ae46-e4248e75c8ea_story.html

0 σκέψεις στο “Η καρδερίνα της Donna Tartt”

  1. PROUST&KRAKEN λέει:

    E να μην τα πω πια όλα από δω :] Όσον αφορά στο δεύτερο τώρα, κοίτα, η συγγραφέας υπογραμμίζει κάτα κάποιο τρόπο αυτό που εκείνη θεωρεί ως πυρήνα του βιβλίου της. Προσωπικά διαβάζοντάς το εστίασα αλλού. Είναι ένα πολύ καλό βιβλίο πάντως.

  2. tk λέει:

    Δυο ερωτησεις… Ο πατερας τι απέγινε; Ουσιαστικά η συγγραφέας μας εξηγει στο σημειο του μονολογου τον λογο που εγραψε την ιστορια, δηλαδη δεν φαινεται αυτο απο μονο του στις 1000 σελιδες;

  3. Ανώνυμος λέει:

    Yπέροχο! Καλοδιάβαστο (είπα να πρωτοτυπήσω με το καλο smth)!

  4. eirkas λέει:

    "The real voyage of discovery consists not in seeking new lands but seeing with new eyes"
    M. Proust
    Bon voyage…

  5. tk λέει:

    Καλη αρχή !!!!

  6. Ανώνυμος λέει:

    Καλορίζικος!

  7. Ανώνυμος λέει:

    Καλοτάξιδο 🙂

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *