Το κάθε ένα διαφορετικό, μοναδικό, ταξιδιάρικο. Έτσι όπως μόνο η λογοτεχνία μπορεί να μας ταξιδέψει. Ιστορικά τραύματα και οικογενειακές σάγκες, θρίλερ και βιβλία για τη μνήμη, τον χρόνο, τη φωτογραφία, την αποικιοκρατία, την τεχνητή νοημοσύνη, τη φιλία και την τέχνη.
Η Χερσόνησος μας γυρίζει στη βία του ισπανικού Εμφυλίου, το Υπολογίζοντας τον όγκο μάς κλείνει σε μια ατελείωτη 18η Νοεμβρίου, ενώ ο υπέροχος Μουρακάμι μάς καλεί ξανά σε μια πόλη όπου τα τείχη δεν είναι ποτέ βέβαια και οι άνθρωποι μπορεί να ζουν χωρίς σκιές. Τα Ένδοξα κατορθώματα θυμίζουν ότι το θέατρο μπορεί να σταθεί απέναντι στον πόλεμο χωρίς να γίνεται σύνθημα, το Blackwater αφήνει τα σκοτεινά νερά του αμερικανικού Νότου να ανέβουν σιγά σιγά, ο Παιχνιδότοπος του σπουδαίου Ρίτσαρντ Πάουερς ανοίγει μπροστά μας τον ωκεανό της τεχνολογίας και της ανθρώπινης αλαζονείας, ενώ η Φωτογραφία μάς καλεί να σταθούμε λίγο πιο ήσυχα μπροστά σε μια εικόνα, να τη διαβάσουμε, να την αφουγκραστούμε. Επιλέξτε ανάλογα με τη διάθεση. Και αν δεν ξέρετε τι θέλετε, ακόμη καλύτερα. Ανοίξτε ένα στην τύχη. Συχνά έτσι αρχίζουν τα καλύτερα αναγνωστικά ταξίδια. Καλό καλοκαίρι!
Η φωτογραφία στο πλάι είναι του Jamaal Kareem για το Unsplash.

Μια γυναίκα ξυπνά κάθε πρωί στην ίδια ημερομηνία, στις 18 Νοεμβρίου.Πολύ γρήγορα καταλαβαίνεις ότι εδώ δεν έχουμε μια ακόμη παραλλαγή του γνωστού μοτίβου της ημέρας που επαναλαμβάνεται. Η Τάρα Σέλτερ δεν παγιδεύεται απλώς στον χρόνο. Αρχίζει να κατοικεί μέσα στην ίδια την έννοια του χρόνου, να τη μετρά, να την ψηλαφεί, να βλέπει τι μένει όταν όλα τα υπόλοιπα επιστρέφουν στο μηδέν.
Είναι βιβλίο χαμηλόφωνο, σχεδόν ασκητικό, αλλά καθόλου ψυχρό. Δεν είναι ένα μυθιστόρημα που βιάζεται να λύσει το αίνιγμά του. Περισσότερο ενδιαφέρεται να μας βάλει να ζήσουμε, έστω για λίγο, την τρομακτική επανάληψη του ίδιου πρωινού, εκεί όπου ακόμη και το πιο μικρό αντικείμενο αποκτά σχεδόν μεταφυσικό βάρος. Η συγγραφέας του θεωρείται μία από τις σπουδαιότερες φωνές στη Δανία και το βιβλίο ήταν shortlisted για το International Booker 2025.

Ο Τόμας Φλετ μαζεύει γαρίδες στα ρηχά, κουβαλώντας όχι μόνο τα δίχτυα του αλλά και τις προσδοκίες όσων αποφάσισαν πριν από αυτόν τι μπορεί και τι δεν μπορεί να γίνει. Η εμφάνιση του Αμερικανού σκηνοθέτη λειτουργεί σαν ρωγμή στο τοπίο. Ξαφνικά ο Τόμας βλέπει τη ζωή του από την απόσταση που χρειάζεται για να την αμφισβητήσει.
Έχω αδυναμία στα βιβλία όπου η μεγάλη περιπέτεια δεν είναι να αποδράσεις, αλλά να φανταστείς για πρώτη φορά ότι θα μπορούσες να αποδράσεις. Η παράδοση, η οικογένεια, η εργασία, η ντροπή, οι μικρές κοινότητες που σε ξέρουν πριν σε γνωρίσουν, όλα αυτά μπορούν να γίνουν πιο ισχυρά από οποιαδήποτε φυλακή. Και στα ρηχά, όπως φαίνεται, μπορεί κανείς να πνιγεί εξίσου εύκολα. Ένα καταπληκτικό βιβλίο. Στη μακρά λίστα του Booker 2025.

Κάθε διήγημα στο εξαιρετικό αυτό βιβλίο του Άκη Παπαντώνη θα μπορούσε να αποτελέσει τον κορμό ενός μυθιστορήματος. Αυτά που δεν λέγονται είναι περισσότερα, όπως πρέπει να είναι άλλωστε στα καλά διηγήματα. Και κάπως έτσι με το τέλος κάθε διηγήματος φανταζόμαστε τους ήρωές του να συνεχίζουν τις μικρές και μεγάλες ζωές τους στον αιώνιο εκείνο Αύγουστο που σημάδεψε τον καθένα από αυτούς. Διαβάστε το. Θα το θυμάστε μετά βεβαιότητας, αλλά και θα σας θυμίσει εκείνον τον έναν, μοναδικό, ολοδικό σας Αύγουστο. Υπέροχος Άκης Παπαντώνης.

Ένα βιβλίο που συζητήθηκε ήδη πολύ. Ο ισπανικός Εμφύλιος δεν παρουσιάζεται εδώ σαν απλό ιστορικό φόντο, αλλά σαν πληγή που αλλάζει τη μορφή των ανθρώπων, των ζώων, των σπιτιών, ολόκληρης της γης. Ο μαγικός ρεαλισμός δεν χρησιμοποιείται για να ομορφύνει τη βία, αλλά για να δείξει πόσο αδιανόητη υπήρξε.
Είναι βιβλίο πληθωρικό, γεμάτο εικόνες που δεν ξεχνιούνται εύκολα: στρατιώτες, ποιητές, νεκρά παιδιά, σκυλιά, σπίτια που αδειάζουν, μια Ιβηρική που παραπαίει ανάμεσα στο πραγματικό και το εφιαλτικό.Απαιτεί από από τον αναγνώστη να μείνει μέσα στη σκόνη και τη βία, αλλά σε κάθε περίπτωση τον δικαιώνει. Ένα σπουδαίο βιβλίο από έναν πολύ νέο συγγραφέα που μας σημαδεύει και μας κάνει οπωσδήποτε να ανυπομονούμε για το επόμενο.

Στις Συρακούσες του 412 π.Χ., μετά την καταστροφή των Αθηναίων στη Σικελία, δύο άνεργοι κεραμοποιοί αποφασίζουν να ανεβάσουν τη Μήδεια με ηθοποιούς αιχμαλώτους πολέμου. Αν το γράψει κανείς έτσι, μοιάζει σχεδόν με ανέκδοτο. Στην πραγματικότητα, το βιβλίο του Φέρντια Λέννον είναι ένα από εκείνα τα σπάνια μυθιστορήματα που καταφέρνουν να είναι ταυτόχρονα αστεία, τρυφερά και βαθιά θλιμμένα.
Αυτό που μένει δεν είναι μόνο η πολύ ωραία ιδέα, αλλά η πίστη ότι η τέχνη δεν σώζει τον κόσμο με μεγάλα λόγια. Μπορεί όμως να σώσει μια στιγμή, έναν άνθρωπο, έναν εχθρό που για λίγο παύει να είναι εχθρός. Γελάς εκεί που δεν πρέπει, συγκινείσαι εκεί που δεν το περιμένεις, και στο τέλος σκέφτεσαι ότι ίσως αυτό ακριβώς κάνει το θέατρο όταν λειτουργεί πραγματικά: μας αναγκάζει να αναγνωρίσουμε τον άλλον εκεί όπου είχαμε βολευτεί να βλέπουμε μόνο τον αντίπαλο. Οι υπέροχες εκδόσεις Γεννήτρια συνεχίζουν να μας εκπλήσσουν με τις επιλογές τους. Η έκδοση υπέρκομψη όπως όλα τα βιβλία του νέου αυτού εκδοτικού οίκου.

Το Εκεί εκεί του Τόμι Όραντζ είναι από τα βιβλία που σε πιάνουν από τον λαιμό όχι επειδή φωνάζουν, αλλά επειδή αρνούνται να αφήσουν την αλήθεια να γίνει διακοσμητικό στοιχείο. Δώδεκα φωνές αυτόχθονων Αμερικανών συγκλίνουν στο Μεγάλο Πάουγουαου του Όουκλαντ, και από την αρχή νιώθεις ότι κάτι κακό πλησιάζει. Όμως το βιβλίο δεν ζει μόνο από την ένταση της αναμονής. Ζει κυρίως από τις φωνές.
Το μεγάλο του ενδιαφέρον είναι ότι δεν γράφει για ανθρώπους που ανήκουν στο παρελθόν, αλλά για ανθρώπους απολύτως παρόντες, πληγωμένους, αστείους, θυμωμένους, αληθινούς. Δεν υπάρχει εδώ μουσειακή ινδιάνικη ταυτότητα, αλλά σύγχρονη αστική ζωή, με όλη τη βία, την ομορφιά, την απώλεια και τη μουσική της. Θεωρείται και δικαίως ένα σύγχρονο κλασικό.

Από τους σπουδαιότερους εν ζωή συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας και αναμορφωτής του είδους. Συγκλονιστικά διηγήματα που θα κάνουν ακόμα και αυτούς που δεν αγαπούν την επιστημονική φαντασία να τη λατρέψουν. Στη συλλογή περιλαμβάνεται και το μοναδικό εκείνο διήγημα που έχει ταυτόχρονα κερδίσει τα τρία σπουδαιότερα βραβεία του είδους, το Hugo, το Νebula και το World Fantasy Award.

Η Σίλβια έχει εκείνη τη γοητεία των παλιών αμερικανικών μυθιστορημάτων μυστηρίου, όπου ένας ιδιωτικός ντετέκτιβ αναλαμβάνει μια φαινομενικά απλή υπόθεση και τελικά βρίσκεται μπλεγμένος όχι μόνο σε ξένα μυστικά, αλλά και στις δικές του εμμονές. Το Λος Άντζελες του 1958, τα ταξίδια από πόλη σε πόλη, η μυστηριώδης γυναίκα που όλοι θέλουν να εξηγήσουν και κανείς δεν μπορεί πραγματικά να καταλάβει, όλα λειτουργούν σαν σκηνικό καπνού.
Αυτό που κάνει το βιβλίο να ξεχωρίζει είναι ότι κάτω από την επιφάνεια του noir υπάρχει ένα ψυχολογικό δράμα για τη φτώχεια, την κοινωνική άνοδο, τη μοναξιά και την επιθυμία να ξαναγράψει κανείς τη ζωή του. Η Σίλβια δεν είναι απλώς μοιραία γυναίκα. Είναι ένα πρόσωπο φτιαγμένο από απώλειες, επινοήσεις και άμυνες. Και ο ντετέκτιβ, όσο την ακολουθεί, αρχίζει να μοιάζει λιγότερο με ερευνητή και περισσότερο με αναγνώστη που δεν μπορεί να αφήσει το βιβλίο από τα χέρια του. Aν πρέπει να διαλέξετε ένα και μόνο νουάρ για αυτό το καλοκαίρι, το έχετε βρει, πιστέψτε με.

Άντρες σε πτώση. Άντρες που νόμιζαν ότι ελέγχουν την ιστορία τους και ξαφνικά ανακαλύπτουν ότι είναι κομπάρσοι σε κάτι πολύ πιο γελοίο, πιο βίαιο ή πιο θλιβερό από όσο αντέχουν να παραδεχτούν. Ένα ακόμα βιβλίο από τον καταπληκτικό Νίκο Μάντη, ο οποίος μας αποδεικνύει για ακόμη μια φορά ότι μπορεί να γράψει ό,τι θέλει με την ίδια ακριβώς μαεστρία. Από τους σπουδαιότερους συγγραφείς μας.

Ο Ρίτσαρντ Πάουερς γράφει ξανά ένα μεγάλο μυθιστόρημα για τον πλανήτη, την τεχνολογία, τη μνήμη και την ανθρώπινη αλαζονεία. Ένα νησί στον Ειρηνικό γίνεται το σημείο όπου συναντιούνται η τεχνητή νοημοσύνη, τα αποικιακά κατάλοιπα, η άνοια, η φιλία και η παλιά ανθρώπινη φαντασίωση ότι μπορούμε να χτίσουμε έναν καινούργιο κόσμο χωρίς να πληρώσουμε τίμημα.
Το βιβλίο φαίνεται να έχει όλη την πληθωρικότητα του Πάουερς: επιστήμη, συναίσθημα, οικολογική αγωνία, χαρακτήρες που κουβαλούν μεγαλύτερες ιδέες από τον εαυτό τους. Μαζί με τον Ντελίλο και την Όουτς νομίζω ότι είναι από τις ισχυρότερες υποψηφιότητες για το Νομπέλ αν η Σουηδική Ακαδημία το έδινε σε Αμερικανό.

Στην αρχή μοιάζει με ταξιδιωτικό και γαστρονομικό μυθιστόρημα, αλλά κάτω από το φαγητό, τις διαδρομές και τις ευγενικές συνομιλίες κινείται μια ολόκληρη ιστορία αποικιοκρατίας, γλώσσας και επιθυμίας. Δύο γυναίκες ταξιδεύουν στην Ταϊβάν του 1938, όμως κάθε γεύμα, κάθε μετάφραση, κάθε μικρή παρεξήγηση φωτίζει τη σχέση εξουσίας που τις ενώνει και τις χωρίζει. Υπέροχο εξώφυλλο να πω επίσης.

Blackwater: μια μικρή πόλη, μια οικογένεια με χρήμα και εξουσία, νερά που ανεβαίνουν, μια άγνωστη γυναίκα που εμφανίζεται σχεδόν σαν να την ξέβρασε ο ίδιος ο ποταμός, παλιά σπίτια, μητριαρχίες, μυστικά και εκείνη τη βραδύκαυστη αίσθηση ότι το κακό δεν χρειάζεται να τρέχει. Μπορεί να κάθεται στο τραπέζι και να πίνει τσάι.
Ο ΜακΝτάουελ χτίζει τρόμο με υπομονή, σαν οικογενειακό χρονικό που σιγά σιγά αποκαλύπτει τα δόντια του. Είναι ακριβώς το είδος του βιβλίου που δεν σε τρομάζει μόνο με αυτό που δείχνει, αλλά με την υποψία ότι το νερό κάτι θυμάται.

Αυτή η συγκλονιστική συγγραφέας χτίζει με ελάχιστα σκηνικά αριστουργήματα: ένα αγροτικό σπίτι, ένας δρόμος, μια οικογένεια, ένας ξένος, ένα ζώο, μια κουβέντα που ειπώθηκε λίγο λάθος, και ξαφνικά ανοίγει κάτω από τα πόδια μας ένα θεολογικό και ηθικό βάραθρο. Η απλότητα στα διηγήματά της είναι πάντα παγίδα.
Αυτό ακριβώς είναι που την κάνει τόσο σπουδαία: μπορεί να είναι αστεία και τρομακτική στην ίδια πρόταση.

Υπάρχουν κλασικά βιβλία που τα πλησιάζεις με έναν μικρό φόβο, επειδή έχουν ήδη ειπωθεί τόσα πολλά γι’ αυτά ώστε νιώθεις πως η ανάγνωση έρχεται δεύτερη, μετά τον μύθο τους. Το Όταν σκοτώνουν τα κοτσύφια όμως αντέχει αυτή τη βαριά κληρονομιά, γιατί στην καρδιά του δεν βρίσκεται ένα «μεγάλο θέμα» αφηρημένα, αλλά δύο παιδιά που προσπαθούν να καταλάβουν τον κόσμο των μεγάλων, και ένας πατέρας που επιμένει να πράττει το σωστό μέσα σε μια πόλη εκπαιδευμένη στην αδικία.
Η Σκάουτ και ο Τζεμ βλέπουν το Μέικομπ της Αλαμπάμα σαν τόπο σχεδόν παιδικής περιπέτειας, αλλά πίσω από τη φαινομενική γαλήνη υπάρχει η προκατάληψη, η βία, η υποκρισία και ο φόβος. Ο Άτικους Φιντς δεν είναι ήρωας επειδή κάνει εντυπωσιακές κινήσεις. Είναι ήρωας επειδή στέκεται όρθιος εκεί όπου όλοι οι άλλοι έχουν ήδη βρει μια δικαιολογία για να καθίσουν. Και ίσως γι’ αυτό το βιβλίο εξακολουθεί να συγκινεί: γιατί μας θυμίζει ότι το πραγματικό κοτσύφι δεν είναι ποτέ μόνο ένα πρόσωπο, αλλά κάθε αθωότητα που συντρίβεται για να συνεχίσει μια κοινωνία να κοιμάται ήσυχη. To εξώφυλλο του Θάνου Κακολύρη είναι υπέροχο και αντάξιο του βιβλίου.

Το Μεταξύ φίλων ξεκινά από ένα σχεδόν τσεχοφικό σκηνικό: δύο οικογένειες, ένα εξοχικό σπίτι, ένα φθινοπωρινό Σαββατοκύριακο, γενέθλια, ποτά, παλιές οικειότητες, μικροεντάσεις που όλοι κάνουν πως δεν βλέπουν. Και ύστερα κάτι σπάει. Όχι απότομα μόνο στην πλοκή, αλλά βαθύτερα, σαν να αποκαλύπτεται ότι η φιλία, ο γάμος, η οικογένεια και η κοινωνική άνεση στέκονταν τόσα χρόνια πάνω σε ένα λεπτό στρώμα πάγου.
Το ενδιαφέρον του βιβλίου δεν είναι η προδοσία ως γεγονός, αλλά τα απόνερά της. Ποιος κοιτάζει αλλού; Ποιος προστατεύει ποιον; Πόσο γρήγορα η ηθική υποχωρεί όταν απειλείται η άνεση μιας καλοχτισμένης ζωής; Είναι ψυχρό με έναν τρόπο σχεδόν χειρουργικό, και ίσως ακριβώς αυτή η ψυχρότητα να είναι και η δύναμή του. Επίσης το εξώφυλλο υπέροχο.

Ο Σεμπάστιαν Φίτσεκ αφήνει εδώ τα θρίλερ για μια ιστορία δρόμου, ένα αταίριαστο ζευγάρι, μια ακυρωμένη πτήση και μια μέρα που πρέπει να βιωθεί σαν να είναι η τελευταία. Θα μπορούσε να γίνει εύκολα γλυκερό, αλλά η υπόσχεση του βιβλίου είναι περισσότερο παιχνίδι με τη ζωή παρά εύκολη συγκίνηση.
Ο Λίβιους και η Λέα είναι από εκείνα τα ζευγάρια χαρακτήρων που ξέρεις ότι θα συγκρουστούν, θα εκνευριστούν, θα αποκαλύψουν ο ένας στον άλλο πράγματα που δεν θα έλεγαν σε κανέναν. Και ναι, το μοτίβο είναι γνώριμο. Αλλά μερικές φορές τα γνώριμα μοτίβα λειτουργούν γιατί μας θυμίζουν κάτι απλό: καμία ζωή δεν αλλάζει όταν όλα πηγαίνουν σύμφωνα με το πρόγραμμα.

Η Φρίντα ΜακΦάντεν ξέρει καλά τον μηχανισμό του page-turner: παίρνει έναν άνθρωπο τη στιγμή που είναι ήδη ευάλωτος και τον κλείνει σε έναν χώρο που μοιάζει ασφαλής, μέχρι να πάψει να είναι. Εδώ η Τέγκαν είναι οκτώ μηνών έγκυος, εγκλωβίζεται μέσα σε χιονοθύελλα και σώζεται από ένα ζευγάρι που στην αρχή μοιάζει με θαύμα. Φυσικά, στα θρίλερ τα θαύματα σπάνια έρχονται χωρίς λογαριασμό.
Δεν θα ζητούσα από ένα τέτοιο βιβλίο να μου αλλάξει τη ζωή. Θα του ζητούσα όμως να μου παγώσει το αίμα για μερικές ώρες, να με κάνει να γυρίζω σελίδες γρήγορα, να υποψιάζομαι τους πάντες και να θυμηθώ πόσο απολαυστικό μπορεί να είναι ένα καλοκουρδισμένο θρίλερ όταν δεν προσποιείται ότι είναι κάτι άλλο.

Ο Μοντιανό είναι ο συγγραφέας των δρόμων που δεν οδηγούν πια εκεί όπου νομίζαμε, των ονομάτων που εμφανίζονται σε παλιά τετράδια, των ανθρώπων που υπήρξαν και ύστερα χάθηκαν μέσα στην ομίχλη της μνήμης. Στην Πατίνα του χρόνου, τρεις νουβέλες συνομιλούν σαν τρία δωμάτια του ίδιου ξενοδοχείου: διαφορετικά, αλλά με την ίδια μυρωδιά παλιού Παρισιού και εκκρεμούς παρελθόντος.
Δεν διαβάζεις Μοντιανό για να μάθεις «τι έγινε». Τον διαβάζεις για να νιώσεις αυτό το σχεδόν υπνωτικό βάρος του χαμένου. Παιδιά με απόντες γονείς, πρόσωπα που δεν εξηγούνται, σχέσεις που μοιάζουν μοιραίες επειδή δεν κατανοήθηκαν ποτέ πλήρως. Η λογοτεχνία του είναι σαν παλιά φωτογραφία όπου το πιο σημαντικό πρόσωπο βγήκε θολό.

Η Λε Γκεν δεν χρειάζεται δράκους για να γράψει φανταστική λογοτεχνία. Μπορεί να επινοήσει μια χώρα και να μας κάνει να νοιαστούμε για τους κατοίκους της σαν να υπήρξαν πάντα. Αυτό είναι το μεγάλο της χάρισμα: πίσω από την πολιτική και την Ιστορία, ακούει τους ανθρώπους που ονειρεύονται, φοβούνται, αγαπούν και επιμένουν να υπάρχουν ακόμη κι όταν οι μεγάλοι χάρτες αλλάζουν χρώματα. Πόσο σπουδαία συγγραφέας!

Ο Μουρακάμι επιστρέφει εδώ σε έναν από τους πιο δικούς του τόπους: σε μια πόλη που ίσως υπάρχει και ίσως όχι, σε μια βιβλιοθήκη ονείρων, σε έναν έρωτα που χάθηκε και δεν σταματά να στοιχειώνει τη ζωή αυτού που έμεινε πίσω. Οι άνθρωποι χωρίς σκιές, οι μονόκεροι, οι τοίχοι που χωρίζουν και προστατεύουν, όλα αυτά θα μπορούσαν να είναι υπερβολικά γνώριμα για τους παλιούς αναγνώστες του. Και όμως, υπάρχει σε αυτό το βιβλίο μια γλυκιά μελαγχολία επιστροφής.
Δεν είναι ο Μουρακάμι της έκρηξης, αλλά της καταβύθισης. Ένα μυθιστόρημα για το πώς οι ιστορίες που επινοήσαμε νέοι μπορεί να γίνουν αργότερα ο τόπος όπου θα χρειαστεί να επιστρέψουμε για να καταλάβουμε τι χάσαμε. Ή μπαίνεις στην πόλη ή μένεις για πάντα έξω από τα τείχη της.

Οι ιστορίες αυτές φαίνεται να κινούνται ακριβώς στο σημείο όπου το καθημερινό αρχίζει να στραβώνει. Μια μητέρα που προσπαθεί να πνιγεί και επιστρέφει στη ζωή κουβαλώντας κάτι από τον βυθό. Ένας πατέρας που δεν μπορεί να συγχωρήσει τον εαυτό του. Ένα τραυματισμένο άλογο, μια γάτα που παραλίγο να δηλητηριαστεί, μια ηλικιωμένη γυναίκα με άνοια. Τίποτε εδώ δεν μοιάζει κραυγαλέο και όμως όλα είναι έτοιμα να εκραγούν.
Αυτός είναι ένας τρόπος γραφής που αγαπώ πολύ στα διηγήματα: η απειλή να βρίσκεται μισό βήμα πιο πέρα από το σαλόνι, την κουζίνα, την οικογένεια. Το βιβλίο μοιάζει να υπόσχεται σκοτάδι χωρίς πόζα, μαύρο χιούμορ χωρίς ευκολία, σασπένς που δεν προέρχεται τόσο από το «τι θα γίνει», όσο από το «πόσο αντέχει ένας άνθρωπος πριν συναντήσει το τέρας του». Μία από τις κορυφαίες συγγραφείς της γενιάς της.

Αυτό το βιβλίο έχει κάτι που με συγκινεί πριν ακόμη φτάσω στις φωτογραφίες: την πίστη ότι μια εικόνα δεν χρειάζεται πολλά λόγια, αλλά ίσως χρειάζεται τη σωστή σιωπή γύρω της. Τα μικρά κείμενα δίπλα στις φωτογραφίες λειτουργούν όπως οι σημειώσεις ενός ανθρώπου που δεν θέλει να εξηγήσει αυτό που είδε, αλλά να μας βοηθήσει να σταθούμε λίγο καλύτερα απέναντί του.
Η Αθήνα της δεκαετίας του ’80, η Ευρώπη του Ψυχρού Πολέμου, το Βερολίνο την ημέρα που πέφτει το Τείχος, όλα αυτά θα μπορούσαν να γίνουν μεγαλόστομη ιστορία. Εδώ, όμως, φαίνεται ότι γίνονται κάτι πιο πολύτιμο: μικρές στάσεις του βλέμματος. Και ίσως αυτό είναι η φωτογραφία στην καλύτερη εκδοχή της. Όχι η απόδειξη ότι ήμασταν κάπου, αλλά η υπενθύμιση ότι κάποτε κοιτάξαμε στ’ αλήθεια. Η έκδοση είναι ένα αριστούργημα.

Ο Άλαν Χόλινγκχερστ έχει τον τρόπο να γράφει για τον χρόνο σαν να γράφει για ένα πρόσωπο που κάθεται απέναντί μας και μας κοιτάζει ήσυχα. Η Υπόθεση Σπάρσολτ ξεκινά στην Οξφόρδη του πολέμου, με τον όμορφο Ντέιβιντ Σπάρσολτ να γίνεται αντικείμενο επιθυμίας, φαντασίωσης και προβολών, και απλώνεται σε δεκαετίες αλλαγών στην αγγλική κοινωνία, στην τέχνη, στην οικογένεια και στη ζωή των γκέι ανθρώπων.
Δεν είναι μυθιστόρημα που στηρίζεται στο σκάνδαλο, παρότι ο τίτλος υπόσχεται ένα. Είναι μάλλον βιβλίο για τα ίχνη που αφήνουν τα μισοειπωμένα πράγματα. Ένας από τους αγαπημένους μου σύγχρονους συγγραφείς.

Ισλανδική επαρχία, ένα πατρικό σπίτι, μια εξαφάνιση που δεν εξηγήθηκε ποτέ, ένα γράμμα που ανοίγει ξανά την παλιά πληγή. Το Πριν πέσει το σκοτάδι διαθέτει όλα τα υλικά που αγαπάμε στο καλό σκοτεινό μυθιστόρημα: απομονωμένο τοπίο, παρελθόν που δεν θάφτηκε καλά, ενοχή, μνήμη και την αίσθηση ότι ο κίνδυνος δεν έρχεται από έξω, αλλά περίμενε από πάντα στην άκρη του δρόμου.
Δεν χρειάζεται πάντα το θρίλερ να ουρλιάζει. Μερικές φορές αρκεί να ακούμε το χιόνι, ή τη σιωπή ενός τόπου όπου όλοι ξέρουν κάτι και κανείς δεν λέει αρκετά. Αν η ατμόσφαιρα σταθεί στο ύψος της υπόθεσης, έχουμε ένα βιβλίο που διαβάζεται καλύτερα βράδυ, με εκείνη την ελαφριά ανησυχία ότι το σκοτάδι δεν είναι ποτέ μόνο έξω. Η Κέλλυ Κρητικού έκανε για ακόμα μια φορά εξαιρετική μετάφραση που ρέει αβίαστα.

Ο Κωστής Μαλούτας κάνει κάτι που ακούγεται απλό και είναι στην πραγματικότητα εξαιρετικά δύσκολο: γράφει όχι για όσα θυμάται, αλλά για όσα δεν θυμάται πια. Η αντιστροφή του Περέκ και του Μπρέιναρντ δεν είναι παιχνίδι εξυπνάδας. Είναι ένας τρόπος να μιλήσει κανείς για τη μνήμη από την ανάποδη πλευρά της, εκεί όπου η απώλεια γίνεται πιο αποκαλυπτική από την ανάμνηση.
Μου αρέσει αυτή η ιδέα γιατί μοιάζει βαθιά αληθινή. Δεν είμαστε μόνο όσα κρατήσαμε, αλλά και όσα χάσαμε χωρίς να το καταλάβουμε. Πέρα από το διακειμενικό παιχνίδι και την ευφυή κατασκευή του, το βιβλίο φαίνεται να έχει κάτι πιο άμεσο και ανθρώπινο: μας καλεί να σκεφτούμε όλα εκείνα που κάποτε θεωρούσαμε ανεξίτηλα και τώρα δεν μπορούμε καν να τα ανακαλέσουμε.

Οι Διαγραφές είναι βιβλίο που δεν αρκείται να διηγηθεί μια ιστορία. Θέλει να αναρωτηθεί ποιος έχει το δικαίωμα να τη διηγηθεί, τι λείπει από τα αρχεία, ποια ονόματα σβήστηκαν, ποιες ζωές καταγράφηκαν μόνο για να διορθωθούν από άλλους. Στο δωμάτιο του Παλατιού, ανάμεσα σε έναν ηλικιωμένο άντρα που πεθαίνει και έναν νεότερο που ακούει, η μνήμη γίνεται κάτι σαν κολάζ από φωνές, φωτογραφίες, ντοκουμέντα και επιθυμίες.
Δεν είναι βιβλίο για να το διαβάσεις αφηρημένα. Θέλει παράδοση στον ρυθμό του, στις παύσεις του, στις σελίδες που μοιάζουν να έχουν μαυριστεί για να φανεί τελικά καλύτερα αυτό που έλειπε. Ένα μυθιστόρημα για τη διαγραφή, αλλά και για την πεισματική επιθυμία ορισμένων ιστοριών να επιστρέψουν. Το συνοδεύει το National Book Award 2023.

Ένα παράξενο γεγονός, μια επιστημονική εμμονή, ένα θαλάσσιο πλάσμα ή ένα λουλούδι μπορούν να ανοίξουν ξαφνικά μια ρωγμή στο πραγματικό. Εδώ περνάμε από το τελευταίο όραμα του Βέρνερ φον Μπράουν στον Άρη, στον ολομόναχο Νταν, τον φυσητήρα που περιπλανιέται στους ωκεανούς αναζητώντας έρωτα, και από εκεί στον μαύρο ασφόδελο, το λουλούδι που μοιάζει να κουβαλά την ενοχή ενός ολόκληρου νησιού. Όλα αυτά μας υπόσχονται υπέροχα λογοτεχνικά ταξίδια με οδηγό τη φαντασία του καταπληκτικού αυτού συγγραφέα.
Στο βιβλίο αυτό οι μικρές ιστορίες έχουν βάθος μεγαλύτερο από την έκτασή τους. Ξεκινούν σαν παράδοξα, σχεδόν σαν ερωτήσεις που ακούγονται σε νυχτερινή εκπομπή, και καταλήγουν σε κάτι πιο ανησυχητικό και πιο τρυφερό. Ο Άρης, οι θάλασσες, οι δυτικές Κυκλάδες, όλα μοιάζουν εδώ λιγότερο με γεωγραφικούς τόπους και περισσότερο με περιοχές του ανθρώπινου μυαλού. Από τις υπέροχες Ιστορίες του Χαλ, ο Γιώργος Μήτας είναι ένας συγγραφέας που πάντα με κάνει να ανυπομονώ για το επόμενο βιβλίο του. Υπέροχο και ταιριαστό εξώφυλλο επίσης από τις πάντα προσεγμένες εκδόσεις Στερέωμα!
Να περάσετε όμορφα ό,τι και να κάνετε και να θυμάστε ότι ένα καλό βιβλίο πάντα μας οδηγεί στα καλύτερα ταξίδια!
