
και δημιουργεί πρωτότυπα εξώφυλλα
Φωτογραφία: Luke Partridge

«Είμαι βαθιά συγκινημένος που επιτέλους ξεκινώ την αφήγηση των απίστευτων περιπετειών του Ζοζέφ Ρουλεταμπίλ. Έως σήμερα, ο ίδιος είχε τόσο σθεναρά αντιταχθεί στην εξιστόρησή τους, που πίστευα ότι δεν θα είχα ποτέ την ευκαιρία να δημοσιεύσω την πιο παράξενη αστυνομική ιστορία των τελευταίων δεκαπέντε ετών: θεωρούσα, έτσι, σχεδόν δεδομένο ότι η κοινή γνώμη δεν θα μάθαινε ποτέ ολόκληρη την αλήθεια της περίφημης υπόθεσης, γνωστής και ως Το Κίτρινο Δωμάτιο, μιας υπόθεσης που είχε ως επακόλουθο πολλά μυστηριώδη, σκληρά και συγκλονιστικά δράματα με τα οποία ο φίλος μου αναμείχθηκε εξίσου.»
Από πού εμπνευστήκατε τον «Δράκο της Πρέσπας» και ειδικότερα το πρώτο μέρος της τριλογίας αυτής, την «Κοιλάδα της λάσπης»; Από πού αντλείτε έμπνευση για τα βιβλία σας;
«Ο Δράκος της Πρέσπας» είναι ένα παραμύθι για σύνορα και όρια κάθε είδους, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων μεταξύ ρεαλισμού και φαντασίας. Μια λίμνη ενώνει χωρίζοντας και χωρίζει ενώνοντας τρεις μικρές χώρες, οι κάτοικοι των οποίων βασανίζονται από την ίδια εσωτερική αντίφαση που καλούνται να υπερασπιστούν. Αν αυτό δεν είναι «δράκος», τότε τι είναι; Η κοινωνική μεταβολή που συντελείται τα τελευταία χρόνια, εξαιτίας της οικονομικής κρίσης, της ευρωπαϊκής κρίσης, της διεθνούς πολιτικής κρίσης και της προσφυγικής κρίσης, που αυτή προκάλεσε, δοκιμάζει τις αντοχές των συνόρων, εσωτερικών και εξωτερικών, υπαρξιακών και γεωγραφικών. Τις ίδιες αντοχές πραγματεύεται και το βιβλίο, τη
«Brynjar hugged his jacket tighter around him, thinking longingly of his warm hut and wondering what on earth he was doing out here. It just went to show how dull his job was that he should jump at any chance of a diversion, even if it meant having to endure the biting wind. As usual at this late hour the port he was supposed to be keeping an eye on was deserted, and it suddenly struck him that he didn’t know it any other way. He avoided its daytime bustle, preferring it like this – black sea, unmanned ships – as if seeing how it came to life when he wasn’t there brought home to him his own insignificance”.
«Ήρθα στην Κομάλα γιατί μου είπαν πως εδώ ζούσε ο πατέρας μου, κάποιος Πέδρο Πάραμο. Μου το’ πε η μητέρα μου. Κι εγώ της υποσχέθηκα πως θα ερχόμουν να τον βρω μόλις θα πέθαινε. Της έσφιξα τα χέρια, σημάδι ότι θα το έκανα, γιατί εκείνη βάδιζε τότε προς το θάνατο κι εγώ ήμουν πρόθυμος να της υποσχεθώ τα πάντα».

«Ήταν η πιο ευτυχισμένη στιγμή της ζωής μου· δεν το ‘ξερα. Αν το ‘ξερα θα μπορούσα άραγε να προστατέψω την ευτυχία μου, θα εξελίσσονταν όλα διαφορετικά; Ναι, αν το είχα καταλάβει, σε καμία περίπτωση δεν θ’ άφηνα την ευτυχία να μου φύγει. Ίσως η υπέροχη εκείνη χρυσή στιγμή, που τόσο βαθιά και ήρεμα τύλιξε όλο μου το σώμα, να κράτησε μερικά δευτερόλεπτα, όμως εμένα μου φάνηκαν ώρες, χρόνια».
«ΝΑ ΜΕ, ΛΟΙΠΟΝ: τεσσάρων-πέντε χρόνων, σ’ ένα λασπότοπο, να σέρνω ένα θεόρατο κούτσουρο. Δεν υπάρχουν ούτε δέντρα ούτε σπίτια τριγύρω, μονάχα ο ιδρώτας από την προσπάθεια να κουβαλήσω εκείνο το τραχύ ξύλο και το έντονο κάψιμο στις πληγωμένες παλάμες μου. Βουλιάζω στη λάσπη ίσαμε τους αστραγάλους, όμως πρέπει να προχωρήσω, δεν ξέρω γιατί, πρέπει πάντως να το κάνω. Ας αφήσουμε αυτή την πρώτη ανάμνησή μου όπως είναι: δεν μου πάει να κάνω εικασίες ή μαντεψιές. Θέλω να σας πω πώς έγιναν τα πράγματα, χωρίς να παραλλάξω τίποτα».
«O ΔΡΟΜΟΣ ΗΤΑΝ ΣΤΕΝΟΣ, στρωμένος με παράταιρους κυβόλιθους, όπως όλοι οι δρόμοι της παλιάς γειτονιάς της σάμπλ ντ’ Ολόν. Όσο για τα πεζοδρόμια ήταν σε τέτοιο σημείο στενά που αναγκαζόταν να κατέβει απ’ αυτά κάθε φορά που διασταυρωνόταν με κάποιον περαστικό. Η δίφυλλη σκουροπράσινη πόρτα στη γωνία ήταν ιδιαίτερα επιβλητική, το ξύλο έκανε υπέροχα νερά, και είχε δύο καλογυαλισμένα μπρούντζινα ρόπτρα, ακριβώς όπως οι πόρτες που συναντά κανείς σε αρχοντικά ή σε μοναστήρια της επαρχίας».