ΔΙΗΓΗΜΑ

Tριλοβίτες του Βreece D’J Pancake

© monicore

«Ανοίγω την πόρτα του φορτηγού και πηδάω στο λιθόστρωτο. Κοιτάζω ξανά τον λόφο Κόμπανι, που στέκει κακόμοιρος και ανεμοδαρμένος. Πολύ παλιά δέσποζε επιβλητικός και τραχύς και πρόβαλλε σαν νησί μέσα απ’ τα νερά του Τέιζ. Για να λειανθούν οι πλαγιές του χρειάστηκαν ένα εκατομμύριο χρόνια και βάλε. Δεν έχω αφήσει γωνιά του που να μην ψάξω για τριλοβίτες. Σκέφτομαι ότι ο λόφος βρισκόταν ανέκαθεν στη θέση του και ότι εκεί θα μείνει για πάντα-ή τουλάχιστον για όσο με νοιάζει. Η ζέστη αχνίζει στον αέρα. Ένα σμήνος ψαρόνια πλέει στον ουρανό. Γεννήθηκα σ’ αυτά τα χώματα και δεν μου πέρασε ποτέ απ’ το μυαλό να τα εγκαταλείψω. Θυμάμαι πώς με κοίταζαν τα άψυχα μάτια του μπαμπά. Ήταν εντελώς ανέκφραστα. Το βλέμμα του μου στέρησε κάτι που δεν θα ξανάβρω ποτέ. Κλείνω την πόρτα και πάω προς την καφετέρια».