ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Το τέλος της ιστορίας της Lydia Davis

photo by Jez Timms

«Την τελευταία φορά που τον είδα -τότε δεν ήξερα ότι θα ήταν η τελευταία- καθόμουν στη βεράντα με μια φίλη. Εκείνος μπήκε απ’ την αυλόπορτα ιδρωμένος, με ροδαλό το πρόσωπο και το στήθος, με τα μαλλιά βρεγμένα, και κοντοστάθηκε ευγενικά, για να μας μιλήσει. Κάθισε οκλαδόν στο κεραμιδί τσιμεντένιο δάπεδο, ή μπορεί και στην άκρη ενός ξύλινου πάγκου. Ήταν μια καυτή μέρα του Ιουνίου. Είχε πάρει τα πράγματά του απ’ το γκαράζ μου και τα είχε φορτώσει στην καρότσα ενός ανοιχτού ημιφορτηγού. Σκόπευε, θαρρώ, να τα μεταφέρει σ’ ένα γκαράζ. Θυμάμαι πόσο αναψοκοκκινισμένος ήταν, αλλά η φαντασία μου πρέπει να καταβάλει προσπάθεια για να ξαναδώ τα ορειβατικά του μποτάκια, τους λευκούς μηρούς του που φάρδαιναν όταν κουκούβιζε ή καθόταν, και την ευπροσήγορη, φιλική έκφραση που σίγουρα είχε πάρει το πρόσωπό του καθώς μιλούσε σε τούτες τις δύο γυναίκες που δεν περίμεναν τίποτε από εκείνον».