«Η Αλέξ είναι ενθουσιασμένη. Εδώ και μία ώρα τώρα δοκιμάζει, διστάζει, βγαίνει έξω, γυρίζει πίσω, δοκιμάζει ξανά. Περούκες και ποστίς. Θα μπορούσε να περάσει έτσι ολόκληρα απογεύματα. Πριν από τρία τέσσερα χρόνια, τυχαία, ανακάλυψε αυτό το μαγαζί στο μπουλεβάρ ντε Στρασμπούρ. Δεν το πρόσεξε ακριβώς. Μπήκε μέσα από περιέργεια. Ταράχτηκε τρομερά, όταν είδε τον εαυτό της έτσι, κοκκινομάλλα. Είχε μεταμορφωθεί εντελώς, σε τέτοιο βαθμό που την αγόρασε αμέσως εκείνη την περούκα».
PROUSTKRAKEN
Covers by Proust & Kraken | Έγκλημα
Yrsa Sigurdardottir
When did you decide which genre was right for you and why?
I began my writing career writing books for pre-teen children. These books were situation comedies, with children at the center of the action. After five such books I was really tired of being funny, which is much more difficult than being horrible. Humor is a very fine line that is hard to thread and it is very easy to fall on either side of it, go too far and be ridiculous or not far enough and be not funny at all. I was also feeling a bit constrained by the innocence of my readers that I did not want to ruin in any way, making certain topics off limits. I needed the freedom of writing for an audience that was more jaded and previously broken in when it comes to the awful things life sometimes dishes out. So I decided to shift to writing for adults, about ten years ago. It was an easy choice regarding subject matter as I feel one should write books that one likes to read as it is next to impossible to write a good novel if you do not enjoy the premise and respect it. So I would be a miserable love story writer or vampire book writer, not to mention experimental prose writer.
Ο χορταριασμένος δρόμος της Ανν Ένραϊτ
«Αργότερα, αφού η Χάνα έφτιαξε μερικές φέτες ψωμί με λιωμένο τυρί, η μητέρα της μπήκε μέσα και γέμισε μια θερμοφόρα με ζεστό νερό από τον μεγάλο βραστήρα που υπήρχε στο μάτι της κουζίνας. “Μου κάνεις τη χάρη να πας μέχρι τον θείο σου;” είπε. “Να μου πάρεις μερικές ασπιρίνες;” “Έτσι λες;” “Είμαι θολωμένη”, είπε. “Kαι ζήτα από τον θείο σου να σου δώσει και αμοξικιλίνη-να σ’το συλλαβίσω; Νιώθω ένα σφίξιμο στο στήθος”. “Θα δούμε”, είπε η Χάνα. “Τέλος πάντων, προσπάθησε”, είπε επιχειρώντας να την καλοπιάσει και ακούμπησε τη θερμοφόρα στο στήθος της. “Ξέρω ότι θα το κάνεις”. Οι Μάντιγκαν ζούσαν σε ένα σπίτι με ένα ρυάκι στον κήπο και το όνομά του στην πύλη: ΑΡΝΤΙΒΙΝ.».
The Arrival του Shaun Tan
Εδώ και καιρό βομβαρδιζόμαστε με ειδήσεις και εικόνες της μεγαλύτερης πληθυσμιακής μετακίνησης από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Όσα κι αν ακούμε, όσες αναλύσεις κι αν διαβάζουμε, αυτό που εν τέλει συγκινεί περισσότερο και παρακινεί σε δράση (ακόμη και κυβερνήσεις, όπως φάνηκε) είναι οι εικόνες. Η δύναμη της εικόνας είναι απόλυτη. Μπορεί να διαβάσαμε για πνιγμούς χιλιάδων ανθρώπων, αλλά η εικόνα ενός νεκρού παιδιού, που μοιάζει να κοιμάται στα παράλια της Τουρκίας, είναι αυτή που συγκλόνισε όλο τον κόσμο για το δράμα των προσφύγων. Οι αναλύσεις και οι ειδήσεις μιλούν για νούμερα. Αναγκαστικά κάνουν μια στάση στο μυαλό και συνήθως εκεί μένουν. Η εικόνα μιλάει κατευθείαν στην καρδιά. Επιστρέφει τη συζήτηση εκεί όπου εξ αρχής θα έπρεπε να είχε εστιάσει: στο πρόσωπο.
To Σπίτι του Γιώργου Μητά
«Αξιότιμε κύριε Βελισάρη, έχω τη χαρά να σας γνωστοποιήσω, δια της παρούσης ηλεκτρονικής επιστολής, την ευαρέσκειά μου για το διήγημα με τίτλο «Μια μέρα από τη ζωή του ποιητή Α.Χ.» που μου αποστείλατε. Αυτό σημαίνει ότι γίνεστε δεκτός. Το κείμενό σας υπήρξε επαρκές διαπιστευτήριο, ένα πολλά υποσχόμενο δείγμα γραφής, και σας δίνει την ευκαιρία να βρεθείτε σύντομα κοντά μας, με μόνη σκευή την πνευματική σας οξυδέρκεια και την ετοιμοπόλεμη φαντασία σας».
Κάτι παράξενο στο νου μου του Ορχάν Παμούκ
ΜΕΡΟΣ I
17 Ιουνίου 1982, ημέρα Πέμπτη
Συνήθως, πριν παντρέψεις τη μεγάλη κόρη, δεν παντρεύεις τη μικρή.
ΣΙΝΑΣΙ, Ο γάμος του ποιητή
Το ψέμα, όταν είναι να ειπωθεί, δεν μένει ανείπωτο, το αίμα, όταν είναι να χυθεί, χύνεται, το κορίτσι, όταν θέλει να το σκάσει, δεν μένει στο κονάκι.
Λαϊκό γνωμικό από το Μπέισεχιρ (Περιοχή Ιμρενλέρ)
Tριλοβίτες του Βreece D’J Pancake
«Ανοίγω την πόρτα του φορτηγού και πηδάω στο λιθόστρωτο. Κοιτάζω ξανά τον λόφο Κόμπανι, που στέκει κακόμοιρος και ανεμοδαρμένος. Πολύ παλιά δέσποζε επιβλητικός και τραχύς και πρόβαλλε σαν νησί μέσα απ’ τα νερά του Τέιζ. Για να λειανθούν οι πλαγιές του χρειάστηκαν ένα εκατομμύριο χρόνια και βάλε. Δεν έχω αφήσει γωνιά του που να μην ψάξω για τριλοβίτες. Σκέφτομαι ότι ο λόφος βρισκόταν ανέκαθεν στη θέση του και ότι εκεί θα μείνει για πάντα-ή τουλάχιστον για όσο με νοιάζει. Η ζέστη αχνίζει στον αέρα. Ένα σμήνος ψαρόνια πλέει στον ουρανό. Γεννήθηκα σ’ αυτά τα χώματα και δεν μου πέρασε ποτέ απ’ το μυαλό να τα εγκαταλείψω. Θυμάμαι πώς με κοίταζαν τα άψυχα μάτια του μπαμπά. Ήταν εντελώς ανέκφραστα. Το βλέμμα του μου στέρησε κάτι που δεν θα ξανάβρω ποτέ. Κλείνω την πόρτα και πάω προς την καφετέρια».
Covers by Proust & Kraken | Η Καρδερίνα

και δημιουργεί πρωτότυπα εξώφυλλα
605
Carel Fabritius
The Goldfinch, 1654
Mauritshuis, The HagueThe image is part of collection Mauritshuis, The Hague.
Τρεις Σκιές του Cyril Pedrosa
Θα φανταζόταν κανείς ότι το θέμα της απώλειας είναι πιο «διαχειρίσιμο» λογοτεχνικά σε ένα διήγημα ή σε ένα μυθιστόρημα. Ο συγγραφέας διαθέτει στο οπλοστάσιό του πληθώρα λέξεων και εκφραστικών μέσων, για να αποτυπώσει τον πόνο, το πένθος και την ψυχολογία των ηρώων που έρχονται αντιμέτωποι με αυτήν. Πριν διαβάσω τις «Τρεις Σκιές» του Cyril Pedrosa, θα σας έλεγα ότι είναι αδύνατον η απώλεια -πολύ δε περισσότερο η απώλεια ενός παιδιού- να αποτελέσει με αξιώσεις το θέμα ενός graphic novel. Με τις «Τρεις Σκιές», ωστόσο, ο Pedrosa αποτυπώνει με ασπρόμαυρες εικόνες και με τρόπο μοναδικό και αισθητικά άρτιο τον πόνο, τη θλίψη, τον θάνατο, τον φόβο, αλλά και την αγάπη και τη ζωή, την τρέλα και τον αγώνα ενός άντρα και μιας γυναίκας να κρατηθούν απ’ όπου μπορούν και να πληρώσουν οποιοδήποτε τίμημα, για να σώσουν τον γιο τους. Η ιστορία είναι αληθινή.

