ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Νίκος Α. Μάντης

Ποιος διάβασε το πρώτο σας γραπτό και ποια ήταν η αντίδρασή του;

Το πρώτο-πρώτο μου γραπτό, πολύ φοβάμαι κανένας, γιατί ανήκε πιθανότατα στην εποχή που πειραματιζόμουν με τις δημιουργικές μου «φωνές», τόσο στην ποίηση, όσο και στο θέατρο. Έγραφα και έσκιζα μόνος μου, απογοητευόμουν σχεδόν ολοκληρωτικά, αλλά για κάποιο μυστήριο λόγο δεν εγκατέλειπα, βασανιζόμουν από κρίσεις μελλοντικού μεγαλείου και παροντικής μιζέριας. Αποτέλεσμα αυτού ήταν να κρατάω, εντελώς συμπλεγματικά, κρυφά τα γραπτά μου, τα οποία στο δεύτερο ή τρίτο διάβασμα ήδη μου «ξίνιζαν», και στον αντίποδα να τα στέλνω σε διάφορους διαγωνισμούς, αναμένοντας να βγω απ’ την αφάνεια με μια θεαματική βράβευση σε ρόλο από μηχανής θεού. Όταν άρχισα να προσγειώνομαι, πρώτοι μου αναγνώστες έγιναν η μητέρα μου, ο αδελφός και η αδελφή μου, με σχόλια που ήταν επί το πλείστον ενθαρρυντικά. Σήμερα τα έργα μου τα διαβάζει πρώτη η γυναίκα μου. Διατηρώ πάντως την ελπίδα ότι μπορώ να διακρίνω, πίσω απ’ τα αισθήματα αγάπης των οικείων μου, την ύπαρξη μιας ενδεχόμενης αυθεντικής ικανοποίησης για κάτι που έγραψα.

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Πέτρα Ψαλίδι Χαρτί του Νίκου Α. Μάντη

© Ben Kerckx

«Ραζέλο, πού’σαι ρε μαλάκα, κι όλος ο κόσμος σε ψάχνει; Περπατάς και νιώθεις ότι κλοτσάς τα λεπτά, το ένα μετά το άλλο. Μαζί με την ανάσα σου, αέρας μέσα, αέρας έξω, αέρας μέσα, αέρας έξω. Δυο μέρες χαρμάνης. Κι ακόμα αντέχεις. Ραζέλο μαλάκα, πού χάθηκες; H πόλη τριγύρω γαμιέται, όπως πάντα. Βαρέθηκες να την περπατάς, την πουτάνα. Στην τσέπη ένα ευρώ και δέκα λεπτά ακριβώς, ούτε για εισιτήριο δε φτάνουν».

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Αλέξ του Πιερ Λεμέτρ

© Alexas Fotos

«Η Αλέξ είναι ενθουσιασμένη. Εδώ και μία ώρα τώρα δοκιμάζει, διστάζει, βγαίνει έξω, γυρίζει πίσω, δοκιμάζει ξανά. Περούκες και ποστίς. Θα μπορούσε να περάσει έτσι ολόκληρα απογεύματα. Πριν από τρία τέσσερα χρόνια, τυχαία, ανακάλυψε αυτό το μαγαζί στο μπουλεβάρ ντε Στρασμπούρ. Δεν το πρόσεξε ακριβώς. Μπήκε μέσα από περιέργεια. Ταράχτηκε τρομερά, όταν είδε τον εαυτό της έτσι, κοκκινομάλλα. Είχε μεταμορφωθεί εντελώς, σε τέτοιο βαθμό που την αγόρασε αμέσως εκείνη την περούκα».

COVERS

Covers by Proust & Kraken | Έγκλημα

cover by Thanos Kakolyris
Έγκλημα
O art του blog, Θάνος Κακολύρης, εμπνέεται από τα βιβλία του blog
και δημιουργεί πρωτότυπα εξώφυλλα
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Yrsa Sigurdardottir

When did you decide which genre was right for you and why?

I began my writing career writing books for pre-teen children. These books were situation comedies, with children at the center of the action. After five such books I was really tired of being funny, which is much more difficult than being horrible. Humor is a very fine line that is hard to thread and it is very easy to fall on either side of it, go too far and be ridiculous or not far enough and be not funny at all. I was also feeling a bit constrained by the innocence of my readers that I did not want to ruin in any way, making certain topics off limits. I needed the freedom of writing for an audience that was more jaded and previously broken in when it comes to the awful things life sometimes dishes out. So I decided to shift to writing for adults, about ten years ago. It was an easy choice regarding subject matter as I feel one should write books that one likes to read as it is next to impossible to write a good novel if you do not enjoy the premise and respect it. So I would be a miserable love story writer or vampire book writer, not to mention experimental prose writer.

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Ο χορταριασμένος δρόμος της Ανν Ένραϊτ

© Taylor Leopold

«Αργότερα, αφού η Χάνα έφτιαξε μερικές φέτες ψωμί με λιωμένο τυρί, η μητέρα της μπήκε μέσα και γέμισε μια θερμοφόρα με ζεστό νερό από τον μεγάλο βραστήρα που υπήρχε στο μάτι της κουζίνας. “Μου κάνεις τη χάρη να πας μέχρι τον θείο σου;” είπε. “Να μου πάρεις μερικές ασπιρίνες;” “Έτσι λες;” “Είμαι θολωμένη”, είπε. “Kαι ζήτα από τον θείο σου να σου δώσει και αμοξικιλίνη-να σ’το συλλαβίσω; Νιώθω ένα σφίξιμο στο στήθος”. “Θα δούμε”, είπε η Χάνα. “Τέλος πάντων, προσπάθησε”, είπε επιχειρώντας να την καλοπιάσει και ακούμπησε τη θερμοφόρα στο στήθος της. “Ξέρω ότι θα το κάνεις”. Οι Μάντιγκαν ζούσαν σε ένα σπίτι με ένα ρυάκι στον κήπο και το όνομά του στην πύλη: ΑΡΝΤΙΒΙΝ.».

GRAPHIC NOVEL

The Arrival του Shaun Tan

Shaun Tan

Εδώ και καιρό βομβαρδιζόμαστε με ειδήσεις και εικόνες της μεγαλύτερης πληθυσμιακής μετακίνησης από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Όσα κι αν ακούμε, όσες αναλύσεις κι αν διαβάζουμε, αυτό που εν τέλει συγκινεί περισσότερο και παρακινεί σε δράση (ακόμη και κυβερνήσεις, όπως φάνηκε) είναι οι εικόνες. Η δύναμη της εικόνας είναι απόλυτη. Μπορεί να διαβάσαμε για πνιγμούς χιλιάδων ανθρώπων, αλλά η εικόνα ενός νεκρού παιδιού, που μοιάζει να κοιμάται στα παράλια της Τουρκίας, είναι αυτή που συγκλόνισε όλο τον κόσμο για το δράμα των προσφύγων. Οι αναλύσεις και οι ειδήσεις μιλούν για νούμερα. Αναγκαστικά κάνουν μια στάση στο μυαλό και συνήθως εκεί μένουν. Η εικόνα μιλάει κατευθείαν στην καρδιά. Επιστρέφει τη συζήτηση εκεί όπου εξ αρχής θα έπρεπε να είχε εστιάσει: στο πρόσωπο.

ΝΟΥΒΕΛΑ

To Σπίτι του Γιώργου Μητά

© Derek Jones

«Αξιότιμε κύριε Βελισάρη, έχω τη χαρά να σας γνωστοποιήσω, δια της παρούσης ηλεκτρονικής επιστολής, την ευαρέσκειά μου για το διήγημα με τίτλο «Μια μέρα από τη ζωή του ποιητή Α.Χ.» που μου αποστείλατε. Αυτό σημαίνει ότι γίνεστε δεκτός. Το κείμενό σας υπήρξε επαρκές διαπιστευτήριο, ένα πολλά υποσχόμενο δείγμα γραφής, και σας δίνει την ευκαιρία να βρεθείτε σύντομα κοντά μας, με μόνη σκευή την πνευματική σας οξυδέρκεια και την ετοιμοπόλεμη φαντασία σας».

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Κάτι παράξενο στο νου μου του Ορχάν Παμούκ

ΜΕΡΟΣ I

17 Ιουνίου 1982, ημέρα Πέμπτη

Συνήθως, πριν παντρέψεις τη μεγάλη κόρη, δεν παντρεύεις τη μικρή.
ΣΙΝΑΣΙ, Ο γάμος του ποιητή

Το ψέμα, όταν είναι να ειπωθεί, δεν μένει ανείπωτο, το αίμα, όταν είναι να χυθεί, χύνεται, το κορίτσι, όταν θέλει να το σκάσει, δεν μένει στο κονάκι.

Λαϊκό γνωμικό από το Μπέισεχιρ (Περιοχή Ιμρενλέρ)

ΔΙΗΓΗΜΑ

Tριλοβίτες του Βreece D’J Pancake

© monicore

«Ανοίγω την πόρτα του φορτηγού και πηδάω στο λιθόστρωτο. Κοιτάζω ξανά τον λόφο Κόμπανι, που στέκει κακόμοιρος και ανεμοδαρμένος. Πολύ παλιά δέσποζε επιβλητικός και τραχύς και πρόβαλλε σαν νησί μέσα απ’ τα νερά του Τέιζ. Για να λειανθούν οι πλαγιές του χρειάστηκαν ένα εκατομμύριο χρόνια και βάλε. Δεν έχω αφήσει γωνιά του που να μην ψάξω για τριλοβίτες. Σκέφτομαι ότι ο λόφος βρισκόταν ανέκαθεν στη θέση του και ότι εκεί θα μείνει για πάντα-ή τουλάχιστον για όσο με νοιάζει. Η ζέστη αχνίζει στον αέρα. Ένα σμήνος ψαρόνια πλέει στον ουρανό. Γεννήθηκα σ’ αυτά τα χώματα και δεν μου πέρασε ποτέ απ’ το μυαλό να τα εγκαταλείψω. Θυμάμαι πώς με κοίταζαν τα άψυχα μάτια του μπαμπά. Ήταν εντελώς ανέκφραστα. Το βλέμμα του μου στέρησε κάτι που δεν θα ξανάβρω ποτέ. Κλείνω την πόρτα και πάω προς την καφετέρια».