ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Διωγμός του Αλεσσάντρο Πιπέρνο

Σκι
© Guglielmo Losio

«Ήταν 13 Ιουλίου του 1986, όταν μια επιθυμία να μην είχε έρθει ποτέ στον κόσμο κυρίεψε τον Λέο Ποντεκόρβο προκαλώντας του αμηχανία. Μια στιγμή νωρίτερα ο Φιλίππο, ο πρωτότοκός του, ενέδιδε στο πλέον μικροπρεπές παιδιάστικο παράπονο: απορρίπτοντας την πενιχρή ποσότητα πατατάκια που η μητέρα τού είχε αδειάσει στο πιάτο, διαμαρτυρόταν για την ανήκουστη γενναιοδωρία της προς τον μικρότερο αδελφό. Και ακριβώς εκείνη τη στιγμή στις ειδήσεις των οχτώ ο εκφωνητής να υπαινίσσεται, ενώπιον μιας σημαντικής μερίδας του έθνους, ότι ο παρών εκεί Λέο Ποντεκόρβο είχε ανταλλάξει ανήθικες επιστολές με τη φιλενάδα του δεκατριάχρονου δευτερότοκου γιου του».

Διωγμός του Αλεσσάντρο Πιπέρνο
Σελ.: 519
Εκδόσεις Πατάκη
Φωτογραφία Εξωφύλλου: J. Gaumy, Magnum/Apeiron Photos

Με την παραπάνω παράγραφο ξεκινάει το Σ-Υ-Γ-Κ-Λ-Ο-Ν-Ι-Σ-Τ-Ι-Κ-Ο μυθιστόρημα του Ιταλού συγγραφέα Αλεσσάντρο Πιπέρνο. Αφορμή για την παρουσίαση του εν λόγω βιβλίου στο blog αποτελεί η κυκλοφορία στη χώρα μας, πριν από λίγες ημέρες, του δεύτερου μέρους του λογοτεχνικού αυτού διπτύχου (υπό τον γενικότερο τίτλο «Φωτιά, φίλη της μνήμης»), οι «Αχώριστοι». Αν και τα δύο βιβλία διαβάζονται και ξεχωριστά, θεωρώ ότι η αναγνωστική απόλαυση απογειώνεται αν κανείς διαβάσει πρώτα τον «Διωγμό». Σε μία από τις προσεχείς αναρτήσεις θα ακολουθήσει φυσικά και η παρουσίαση του δεύτερου μέρους, το οποίο βραβεύτηκε και με το σπουδαιότερο λογοτεχνικό βραβείο της Ιταλίας, το Premio Strega.

Ας ξεκινήσουμε με την φοβερή πρώτη σκηνή του βιβλίου:

Ο σαρανταοχτάχρονος, πασίγνωστος oγκολόγος, Λέο Ποντεκόρβο, τα έχει όλα: μια γυναίκα που λατρεύει, επίσης γιατρό, τη Ραχήλ, αφοσιωμένη στην ανατροφή των δύο τους παιδιών, του Φιλίππο και του Σάμουελ, αλλά και στη δημιουργία των ιδανικών συνθηκών, για να «φαίνεται» και να μεγαλουργεί ο Λέο, αριστοκρατική καταγωγή, χρήματα, αισθητική, ευφυία, ομορφιά, φίλους και άλλα που θα ζήλευε οποιοσδήποτε. Κατά τη διάρκεια ενός δείπνου με την οικογένειά του στην πολυτελή έπαυλή τους στη Ρώμη, ο Λέο νομίζει ότι ακούει (και πράγματι ακούει) από τη φωνή του εκφωνητή ειδήσεων ότι ο ίδιος έχει ανταλλάξει ερωτικές επιστολές με τη δεκατριάχρονη φίλη του επίσης δεκατριάχρονου δευτερότοκου γιου του. Από το σημείο αυτό και μετά παρακολουθούμε τη σταδιακή καταστροφή της φήμης, της προσωπικότητας και εν τέλει της ίδιας της ζωής τού έως εκείνη την ώρα «Mr. Perfect», Λέο Ποντεκόρβο.

Δείπνο
© Τom Ηemeryk

«Τώρα όμως που το έθνος ενημερώθηκε για την παρενόχληση που ασκήθηκε σε βάρος μιας μικρούλας, πόσο μάλλον μιας μικρούλας δεμένης συναισθηματικά (τι ακατάλληλη έκφραση για να ορίσεις τον δεσμό ανάμεσα σε δυο μυξιάρικα!) με τον γιο σου… Ε, λοιπόν, τώρα μάλιστα, γέρο μου, έχεις κάτι τεράστιο για το οποίο να ντρέπεσαι. Κάτι τόσο μεγάλο, που κανείς μέσα σ’ αυτή την κουζίνα δεν καταφέρνει να το ξεστομίσει. Τώρα που κάποιος βρήκε το θάρρος να σβήσει την τηλεόραση και τη φωτιά κάτω από την καπνισμένη καφετιέρα για τον εσπρέσο, κι όλα έχουν βουτηχτεί σε μια δυσάρεστη σιωπή, τώρα αναρωτιέσαι αν το να χρησιμοποιείς τη γνωστή τεχνική και να πεισμώνεις μαζί τους σαν μικρό παιδί, αυτή τη φορά θα φέρει αποτέλεσμα ή όχι. Και δίνεις απάντηση στον εαυτό σου ότι δε θα φέρει. Ότι όλα έχουν ξεφύγει πάρα πολύ, για να μπορεί να φέρει αποτέλεσμα ένα τέτοιο πράγμα.»

Τα ΜΜΕ τον κατασπαράζουν. Οι φίλοι, οι πελάτες, οι συνάδελφοι, οι γνωστοί, οι πάντες εξαφανίζονται μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Αυτά ωστόσο τα έχουμε ξαναδιαβάσει. Αυτό που καθιστά το μυθιστόρημα κορυφαίο είναι αφενός η οπτική που ο συγγραφέας επιλέγει, για να μας αφηγηθεί την ιστορία του και είναι η οπτική του θύτη/θύματος Λέο Ποντεκόρβο και αφετέρου η εστίαση στην αντίδραση της ίδιας του της οικογένειας, της συζύγου του Ραχήλ και των παιδιών του. Η οικογένειά του σιωπηλά τον κατηγορεί και δια της σιωπής τον σπρώχνει στην ανυπαρξία. Ο Λέο Ποντεκόρβο λοιπόν, πριν αποφανθεί οποιοδήποτε δικαστήριο σχετικά με την ενοχή του, έχει ήδη καταδικαστεί. Συνεπώς, ένα δικαστήριο απλά θα επιβεβαίωνε την ενοχή του!

Ο συγγραφέας με μοναδικό τρόπο ξετυλίγει το κουβάρι της προσωπικότητας και της ζωής του Λέο, τη μεγαλοαστική του εβραϊκή καταγωγή, την άνετη και χωρίς κανένα εμπόδιο ζωή του, όπου όλα τα προβλήματα λύνονταν εν τη γενέσει τους και οι ιδανικές συνθήκες δημιουργούνταν, προκειμένου να μην έχει ο ίδιος καμιά δικαιολογία για να μην μεγαλουργήσει σε όλους της τομείς της ζωής, η ελαφρότητα με την οποία αντιμετώπιζε τα πράγματα και τους ανθρώπους (και την ίδια του την υπόθεση στο ξεκίνημά της), η σιγουριά του ότι και αυτό το «πρόβλημα» θα λυνόταν αναίμακτα και σύντομα, όπως άλλωστε όλα τα «προβλήματα» της ζωής του.

«Ήταν μαθημένος, από τα παιδικά του χρόνια, να μεταβιβάζει κάθε διαχειριστικό πρόβλημα στη μητέρα του. Και να συγκεντρώνεται πρώτα στις σπουδές και αμέσως μετά στην καριέρα. «Τα άλογα κούρσας δεν οργανώνουν τις κούρσες, τα άλογα κούρσας τρέχουν». Αυτό ήταν το σλόγκαν της εξυπηρετικότητας μητέρας του!…Τέλος πάντων, αυτή η πλήρης έλλειψη επαφής με την πραγματικότητα, συνδυασμένη με την επιτυχία στο επάγγελμα, τον είχαν κάνει άτομο με διπλή προσωπικότητα. Εξαιρετικά αποτελεσματικό στα πράγματα που τον ενδιέφεραν, παιδιάστικα ακατάλληλο για τη διαχείριση όλων των άλλων εκκρεμοτήτων, απέναντι στις οποίες, με τον καιρό, είχε αποκτήσει προοδευτικά ένα είδος αόριστου δεισιδαιμονικού φόβου.»

Κάπως έτσι, με συνεχή μπρος-πίσω στη ζωή του Λέο, ταξιδεύουμε στην Ανζέρ, στις ελβετικές Άλπεις, όπου σε ένα ζεστό σαλέ ξεκινάει ένα φαινομενικά αθώο παιχνίδι μεταξύ του Λέο και της δεκατριάχρονης κοπέλας του γιου του, που θα οδηγήσει στο αναπόφευκτο (;) τέλος:

«Εκεί πήγαιναν οι Ποντεκόρβο κάθε Χριστούγεννα για σχεδόν δύο βδομάδες. Νοίκιαζαν ένα απομονωμένο σαλέ προσανατολισμένο στο βορρά, όπως όλα τα ωραία και παγωμένα πράγματα, και ξεχνούσαν πως υπήρχαν στον κόσμο κι άλλες πλευρές πέρα από εκείνη την αποθέωση της σιωπής, της λευκότητας και της απόλαυσης».

Τα πράγματα ωστόσο δεν εξελίχθηκαν όπως θα ήθελε ή όπως νόμιζε. Αντιθέτως, η υπόθεση εξελίσσεται με τον χειρότερο δυνατό τρόπο, ενώ εμείς παρακολουθούμε με πόνο, συμπάθεια και αγωνία την καταβύθιση του ήρωα στα τρίσβαθα του είναι του, ενώ μας αποκαλύπτονται σταδιακά όσα αυτός κουβαλάει από την παιδική του ηλικία, τις ανασφάλειες και τους φόβους που επιμελώς κρύβονταν πίσω από το κατάλευκο, αστραφτερό και αυτάρεσκο χαμόγελό του. Παρακολουθούμε εν τέλει την καταβύθιση ενός επιτυχημένου και γεμάτου αυτοπεποίθηση άνδρα στην ανασφαλή και τρομαχτική παιδική του ηλικία.

Το βιβλίο με στοίχειωσε. Η κλειστοφοβική του ατμόσφαιρα, η σταδιακή έλλειψη οξυγόνου αποτυπώνεται τόσο καλά, η ταύτιση εν τέλει με τον ήρωα/αντιήρωα είναι εφικτή παρά το «τραβηγμένο» της κατάστασης, αφού κανείς μας δεν μπορεί να μην αναλογιστεί πόσο εύκολα μπορεί να κάνει τις λάθος επιλογές και να πάρει τις λάθος αποφάσεις…

«Και, παρότι επαναλάμβανε πεισματικά στον εαυτό του πως εκείνη η φυγή χρησίμευε στο να απαλλάξει τη Ραχήλ και τα παιδιά από το άθλιο θέαμα της νευρικής του κατάρρευσης, η αλήθεια είναι ότι, την πιο σημαντική στιγμή της ζωής του, είχε επιλέξει τη στάση που του ταίριαζε περισσότερο, αυτή που του έμοιαζε περισσότερο: τη μικροψυχία. Η φυγή σήμαινε πως έμενε πιστός μέχρι τέλους στο παιδάκι που –πέρα από την αξιοσέβαστη ηλικία, από τους κολακευτικούς επαγγελματικούς και ακαδημαϊκούς θριάμβους, από τα χρήματα που κέρδισε, από το βιοτικό επίπεδο που εξασφάλισε στον εαυτό του και στους αγαπημένους του- επί μισό αιώνα ζωής ο Λέο δεν είχε πάψει ούτε για μία στιγμή να είναι. Ιδού λοιπόν, ο Λέο Ποντεκόρβο, το στραβομεγαλωμένο παιδάκι της μανούλας του!»

Ο Λέο νοσταλγεί τη ζωή του, την ευτυχισμένη, τακτοποιημένη και όμορφη ζωή του. Νοσταλγεί να έχει τα παιδιά του μικρά πάνω στο κρεβάτι, τη γυναίκα του δίπλα, τον κρύο καφέ στα χέρια του. Αρκεί τελικά ένα μικρό (;) λάθος, μία λάθος αντίδραση σε κάτι ασήμαντο, μία λάθος εκτίμηση στο αν τελικά ήταν πράγματι ασήμαντο αυτό το κάτι ή όχι, για να έρθει η καταστροφή; Φαίνεται ότι αρκεί. Και μετά ακολουθούν όλες οι λάθος κινήσεις. Και ο Λέο στρέφεται στον εαυτό του και στο παρελθόν, φοβισμένος από το μέλλον που έρχεται καταπάνω του με την ταχύτητα του φωτός:

«Κρατάς το φλιτζάνι με το ένα χέρι και με το άλλο κρατάς το πιατάκι. Ετοιμάζεσαι να βάλεις το ρόφημα στα χείλη σου. Ο Φίλι και ο Σέμι έχουν καταλάβει και πάλι τη μεριά της Ραχήλ στο κρεβάτι κι έχουν έρθει στα χέρια. Η Ραχήλ με μια απαλή κίνηση του γοφού σού έχει δώσει να καταλάβεις ότι θέλει να καθίσει στο πλάι σου. Εσύ έχεις μετακινηθεί τόσο όσο χρειαζόταν για να βολευτεί κι εκείνη. Τώρα ο καφές, επιτέλους. Δεν είναι εξαιρετικός. Είναι λίγο κρύος, στον ουρανίσκο σου μια γεύση καμένου. Είναι όμως η ζωή σου. Σαν αυτό το κρεβάτι. Είναι η ζωή σου, όλη σου η ζωή. Έτσι, ο Λέο ανακαλύπτει ξαφνικά, χωρίς καν να της έχει δώσει όνομα, σε ποια ένταση μπορεί να φτάσει η νοσταλγία. Μια απέραντη κι αρχέγονη πνοή ζωτικότητας. Ο Λέο θέλει τα πάντα, ποθεί τα πάντα. Θα ήθελε τα παιδιά του να ξαναγίνουν μικρά, ακόμα πιο μικρά. Η σκηνή αλλάζει: τώρα δεν είναι πια Κυριακή πρωϊ, τώρα είναι Παρασκευή βράδυ, είναι πάρα πολύ αργά, είναι χειμώνας. Έχει κοπεί το ρεύμα, έξω λυσσομανάει η καταιγίδα. Οι λάμψεις από τις αστραπές που διαπερνούν τις μεγάλες τζαμαρίες της βίλας έχουν μεταμορφώσει το σπίτι σε σκηνικό ταινίας τρόμου, από εκείνες τις πραγματικά δευτέρας διαλογής. Εσύ είσαι στο κρεβάτι σου και ξέρεις πως είναι απλώς ζήτημα χρόνου. Και πράγματι, να τοι. Ο ένας πίσω από τον άλλο, ο Φιλίππο και ο Σέμι κάνουν τα πάντα για να κρύψουν την τρομάρα τους. Χωρίς καν να ζητήσουν άδεια, χώνονται στο κρεβάτι, ανάμεσα σ’ εσένα και τη Ραχήλ. Είναι γλυκά και ακαταμάχητα ενοχλητικοί. Αποκοιμιούνται σχεδόν αμέσως. Και μετά από ένα-δύο λεπτά, πάντα εκεί ξαπλωμένοι, ανασαίνουν κανονικά, χαυνωμένοι, χρυσαφένιοι…».

Κεραυνοί
© Mateusz Stachowski

Το γεγονός ότι η ίδια του η οικογένεια δια της σιωπής της θα τον καταδικάσει πριν από οποιοδήποτε δικαστήριο θα αποτελέσει την αφορμή για την ψυχική του απομόνωση, αλλά και για τον εκούσιο εγκλεισμό του στο υπόγειο της πολυτελούς βίλας του. Μοναδικοί συνομιλητές του πέραν από τον εαυτό του, τα φαντάσματα των γονιών του, αφού ο ίδιος έχει μετατραπεί σε νεκρό και με αυτούς μόνο μπορεί να συνομιλεί. Η χρήση του μακροπερίοδου λόγου και η θαυμάσια και περίτεχνη γλώσσα αποτυπώνει το άγχος του ήρωα για τη ζωή του που χάνεται, την κατακρήμνιση των σταθερών του, των φάρων του, την αγωνία του εν τέλει για τον φόβο του θανάτου. Είναι σαν η γραφή του Πιπέρνο να αποτελεί μια τελευταία πνοή, μια κραυγή βοήθειας του ήρωα.

Το βιβλίο με στοίχειωσε. Η κλειστοφοβική του ατμόσφαιρα, η σταδιακή έλλειψη οξυγόνου αποτυπώνεται τόσο καλά, η ταύτιση εν τέλει με τον ήρωα/αντιήρωα είναι εφικτή παρά το «τραβηγμένο» της κατάστασης, αφού κανείς μας δεν μπορεί να μην αναλογιστεί πόσο εύκολα μπορεί να κάνει τις λάθος επιλογές και να πάρει τις λάθος αποφάσεις, ιδίως όταν δεν έχει εκτιμήσει δεόντως την κατάσταση που αντιμετωπίζει σε μία δεδομένη χρονική στιγμή της ζωής του ή, αν θέλετε, αν έχει υποτιμήσει από ελαφρότητα ή αλαζονεία ή για οποιονδήποτε άλλον λόγο την εν λόγω κατάσταση. Με στοίχειωσε όμως και για έναν επιπλέον λόγο: o Πιπέρνο περιγράφει με μοναδικό τρόπο πώς μπορούν τα ΜΜΕ να καταστρέψουν τη ζωή σου, όχι απαραίτητα για κάτι που έχεις κάνει, αλλά για κάτι που φημολογείται ότι έχεις κάνει. Και μπορεί η διαφορά μεταξύ της φήμης και της αλήθειας να είναι τεράστια για τον καθένα από εμάς ή γι’ αυτόν που αφορά η φήμη, για τα ΜΜΕ όμως και τον κόσμο απ’ έξω είναι ένα και το αυτό. Αφού υπάρχει καπνός, υπάρχει και φωτιά. Και αυτό από μόνο του είναι άκρως επικίνδυνο και απολύτως ικανό να καταστρέψει ζωές και οικογένειες. Αυτό μας δείχνει με μοναδικό τρόπο ο Πιπέρνο με τον «Διωγμό». Αν είστε ακόμα αναποφάσιστοι για το ποια βιβλία να πάρετε μαζί σας στις διακοπές, σας συνιστώ ανεπιφύλακτα τον «Διωγμό» και τους «Αχώριστους».

Λάμπα υπογείου
© Ned Horton

 

PIPERNO Alessandro
PIPERNO Alessandro – scrittore
photo: © Basso Cannarsa

O συγγραφέας

Τον έχουν χρίσει διάδοχο του Μοράβια, ενώ επίσης τον χαρακτηρίζουν ως τον Ιταλό Φίλιπ Ροθ. Κατά τη γνώμη μου, όσο τιμητικοί κι αν είναι οι χαρακτηρισμοί αυτοί, δεν χρειάζονται. Ο Αλεσσάντρο Πιπέρνο, γεννημένος το 1972 στη Ρώμη, είναι ένας σπουδαίος συγγραφέας, δοκιμιογράφος και καθηγητής γαλλικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Ρώμης. Το πρώτο του βιβλίο με τίτλο «Με τις χειρότερες προθέσεις» (Εκδόσεις Πατάκη, 2007) μας έδειξε ότι έχουμε να κάνουμε με έναν μεγάλο συγγραφέα (μεταφράστηκε σε πάνω από 20 γλώσσες), ενώ ο «Διωγμός» τον καθιέρωσε ως μια από τις σοβαρότερες νέες φωνές της χώρας του. Το δεύτερο μέρος του διπτύχου που ξεκίνησε με τον «Διωγμό» είναι οι «Αχώριστοι» που κυκλοφόρησε πριν λίγες ημέρες από τον ίδιο εκδοτικό οίκο. Τυχεροί όσοι θα τα διαβάσετε μαζί.

 

Έγραψαν για το βιβλίο

 

  1. http://librofilo.blogspot.gr/2013/09/blog-post_26.html
  2. http://www.kathimerini.gr/486865/article/politismos/arxeio-politismoy/sta-ixnh-enos-skandaloy-paiderastias
  3. http://www.athensvoice.gr/the-paper/article/431/%CE%B5%CF%8D%CE%B8%CF%81%CE%B1%CF%85%CF%83%CF%84%CE%B7-%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1
  4. http://archive.efsyn.gr/?p=27563
  5. http://www.wordswithoutborders.org/book-review/alessandro-pipernos-persecution
  6. http://www.europaeditions.com/review-show.php?Id=1320