ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Δημήτρης Αναστασίου

© Δημήτρης Αναστασίου
© Δημήτρης Αναστασίου

Ως πρώτο post της χρονιάς επέλεξα τη συνέντευξη του Δημήτρη Αναστασίου, του καλλιτέχνη που μας χάρισε το σπουδαίο εικονιστόρημα Α=-Α. Τον ευχαριστώ για την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συζήτηση και με χαρά ανακοινώνω από το Proust & Kraken ότι το Α=-Α θα βγει στα αγγλικά από τον Jonathan Cape του Penguin-Random House! Είμαι σίγουρος ότι θα θριαμβεύσει και στο εξωτερικό! Καλή χρονιά σε όλους με υγεία, χαρά και όμορφα διαβάσματα!

Ποια ήταν η αφορμή για τη δημιουργία του Α=-Α;

Το Α=-Α, εκτός από graphic novel, ήταν και η τρίτη μου ατομική έκθεση ζωγραφικής. Ήρθε σαν φυσική συνέχεια της μέχρι τότε δουλειάς μου, σαν ένας συνδυασμός των δύο προηγούμενων εκθέσεών μου. Αναρίθμητοι παράγοντες συνετέλεσαν στο να αρχίσει να σχηματοποιείται -στο μυαλό μου και στο χαρτί- αυτή η δουλειά, τόσοι που αδυνατώ να τους αναφέρω. Παρ’ όλα αυτά, αν αναζητήσω μια συγκεκριμένη αφορμή, θα ανατρέξω στο καλοκαίρι του 2012, που ζωγράφιζα ένα σχέδιο με τίτλο Εν anarchie ην ο λόγος, ένα αστικό τοπίο, μια όψη του αθηναϊκού κέντρου από ψηλά. Ήταν ένα έργο που απαιτούσε πάρα πολλή και κοπιαστική δουλειά, η οποία είχε αρχίσει να με καταβάλλει. Για να βρω κουράγιο να συνεχίσω, σκέφτηκα ότι αυτή τη ζωγραφιά θα μπορούσα να τη χρησιμοποιήσω και κάπως αλλιώς: θα ζωγράφιζα σε ένα άλλο χαρτί έναν άνθρωπο που πετά και θα τον τοποθετούσα, με τη χρήση Photoshop, πάνω από τη ζωγραφισμένη πόλη. Θα μπορούσα να φτιάξω ακόμα κι ένα μικρό ταινιάκι, κι έτσι να δώσω αληθινή κίνηση σε αυτή την πτήση. Κι έπειτα αναρωτήθηκα: «Ωραία όλα αυτά, αλλά γιατί να ίπταται κάποιος πάνω απ’ την πόλη; Μήπως πρόκειται για κάποιον που ονειρεύεται; Ή μήπως … ». Από εκείνη την ημέρα, και για τα επόμενα έξι χρόνια, δούλεψα πάνω στην ιδέα εκείνου του τύπου που πετά πάνω από την Αθήνα.

© Δημήτρης Αναστασίου En anarchie ην ο λόγος, μολύβι σε χαρτί, 50Χ70, 2012
© Δημήτρης Αναστασίου
En anarchie ην ο λόγος, μολύβι σε χαρτί, 50Χ70, 2012


Θεωρείτε ότι με το graphic novel, το εικονιστόρημα, όπως εύστοχα το
ονομάζετε, εκφράζεστε καλύτερα απ’ ό,τι με τη ζωγραφική;

Εξαρχής ο στόχος μου ήταν να άρω τη διάζευξη αυτή. Ήθελα να φτιάξω ένα βιβλίο, που θα ήταν κατ’ ουσίαν ένα έργο αφηγηματικής ζωγραφικής, και ήθελα παράλληλα να στήσω μια ζωγραφική έκθεση, που θα λειτουργούσε ως ένα επιτοίχιο graphic novel. Και όντως, χάρη στην αγαστή συνεργασία των kaplanon galleries και των εκδόσεων Καλειδοσκόπιο, οι δύο μορφές του Α=-Α εμφανίστηκαν την ίδια μέρα, τα εγκαίνια της έκθεσης ήταν και η μέρα κυκλοφορίας του βιβλίου. Παρότι, βέβαια, ένα βιβλίο διαφέρει από μια έκθεση, εμένα με ενδιέφερε ο χώρος στον οποίον τα δύο συναντιούνται. Και εξακολουθεί να με ενδιαφέρει στην παρούσα φάση να κινηθώ ανάμεσα στη ζωγραφική και το graphic novel· προς αυτή δε την κατεύθυνση έχω προσανατολίσει την εικαστική μου έρευνα: στη δημιουργία πολλαπλών ζωγραφικών έργων που λειτουργούν ως επιτοίχια εικονιστορήματα και παράλληλα στη δημιουργία εικονιστορημάτων που είναι έντυπα έργα αφηγηματικής ζωγραφικής.

Ποιοι καλλιτέχνες σας έχουν εμπνεύσει στη ζωγραφική;

Είναι, φυσικά, πάμπολλοι οι καλλιτέχνες που με εμπνέουν και με επηρεάζουν, και ποικίλλουν ανάλογα με το τι προσπαθώ να επιτύχω κάθε φορά. Γενικά, όμως, τα γούστα μου είναι βορειοευρωπαϊκά. Η μεγαλύτερη ζωγραφική μου αγάπη είναι ο Van Eyck και οι επίγονοί του, οι Φλαμανδοί πριμιτίφ ζωγράφοι του 15ου και του 16ου αιώνα, καθώς και οι κληρονόμοι αυτής της ζωγραφικής παράδοσης στις διάφορες εκδοχές της, από την εποχή εκείνη μέχρι τις μέρες μας. Εντελώς ενδεικτικά αναφέρω τους: Rogier van der Weyden, Hans Memling, Ιερώνυμο Bosch, Albrecht Dürer, Hans Holbein, Peter Bruegel, Jan Vermeer, Vincent Van Gogh, Felix Vallotton, Max Beckmann, Otto Dix, George Grosz, Christian Schad, René Magritte, Lucian Freud, R.B.Kitaj, David Hockney, Dino Valls, Μανώλη Μπιτσάκη.

© Δημήτρης Αναστασίου

Το «Α=-Α» μου θύμισε έντονα Nτέιβιντ Λιντς και κυρίως τη φράση «Ζούμε μέσα σε όνειρο» απ’ το «Twin Peaks». Είναι ένας δημιουργός που πράγματι σας επηρέασε;

Ναι, η γενική αίσθηση των ταινιών του Λιντς, -του Twin Peaks σαφώς, αλλά και του Eraserhead, της Χαμένης Λεωφόρου και του Mulholland Drive-, αυτή η αφήγηση με τη χαλαρή, όχι απολύτως λογικοκρατική σχέση ανάμεσα σε αίτιο και αιτιατό, αυτή η ονειρική ελευθερία στην ακολουθία των συμβάντων, ήταν κάτι που με επηρέασε και όρισε τον ρυθμό κάποιων επεισοδίων του Α=-Α. Ούτως ή άλλως όμως, ο κινηματογράφος γενικότερα υπήρξε βασική πηγή έμπνευσης καθ’ όλη τη διάρκεια της δημιουργίας του Α=-Α, και κυρίως ταινίες με θέμα τα όνειρα: το Dark Moon του Louis Malle, τα Όνειρα του Κουροσάβα, το Inception του Nolan, το Waking Life του Linklater, το Science Of Sleep του Michel Gondry και πολλές άλλες που ξεχνώ. Αλλά και εκτός του Α=-Α, οι εικόνες μου είναι επηρεασμένες από το σινεμά και έχω σκηνοθέτες που πραγματικά τους θεωρώ δασκάλους μου στη ζωγραφική, όσο κι αν ακούγεται παράξενο. Δεν ξέρω, δηλαδή, αν η αίσθηση ακινησίας που αποπνέουν κάποιοι πίνακές μου πηγάζει περισσότερο από την επιρροή που μου έχουν ασκήσει οι πίνακες του Έντουαρντ Χόπερ ή οι ταινίες του Ρομπέρ Μπρεσόν. Εδώ να προσθέσω ότι η σημαντικότερη κινηματογραφική επιρροή της ζωγραφικής μου είναι ίσως ο Σουηδός Ρόι Άντερσον. Υπάρχουν, μάλιστα, στις σελίδες του Α=-Α δύο «πειραγμένες» σκηνές από το σινεμά του Άντερσον. Η εικόνα με το συμβούλιο των μασκοφόρων, για το οποίο ο Άλφα αναρωτιέται αν το έχει δει σε κάποια ταινία, καθώς και η εικόνα που δυο μασκοφόροι νοσοκόμοι σέρνουν τον Άλφα στο χειρουργείο είναι βασισμένες σε σκηνές από τα Τραγούδια από τον δεύτερο όροφο. Τέλος, ένα πορτρέτο του Ρόι Άντερσον, εν είδει hommage, εμφανίζεται στο τρίτο κεφάλαιο του εικονιστορήματος, στο καρέ που ο γερασμένος Άλφα αγγίζει τη στήλη φωτός και ο χώρος γύρω του γεμίζει με αναμνήσεις και αναφορές.

Αυτό που πάντοτε με ενδιαφέρει, σε όλη μου τη δουλειά, είναι να ενεργοποιώ τα συμβολικά περιεχόμενα των εικόνων μου προς πολλαπλές κατευθύνσεις, έτσι ώστε η συμβολή του θεατή-αναγνώστη να είναι απολύτως απαραίτητη και καθοριστική. Μόνο τότε ένα σχήμα είναι ουσιαστικά συμβολικό, ειδάλλως ξεπέφτει στην αλληγορία

Στα κεφάλαια του εικονιστορήματος με τίτλο «Συνειδητοποίηση» και «Αφύπνιση» έχετε βάλει ερωτηματικά. Γιατί;

Ο Άλφα κουβαλά μονίμως ένα ερώτημα, το οποίο, όσο προχωρά η ιστορία, βαθαίνει και πλαταίνει και γίνεται ολοένα πιο βασανιστικό. Ξεκινά ως ερώτημα τοπολογικό (πού είμαι;), γίνεται ταυτοτικό (ποιος είμαι;), μετατρέπεται σε οντολογικό (τι είμαι εγώ, τι είναι ο κόσμος;), ενώ παραμένει πάντοτε γνωσιολογικό (μπορώ να έχω βέβαιη γνώση, έστω για κάτι;). Πρόκειται για ένα ερώτημα, δηλαδή, κατεξοχήν φιλοσοφικό. Ο πρόλογος του βιβλίου έχει τον τίτλο Αμφιβολία, ενώ η όλη ιστορία κλείνει τελικά με ένα ερωτηματικό. Καθετί, λοιπόν, μέσα σε αυτό το βιβλίο είναι υπό αίρεση. Και η συνειδητοποίηση του Άλφα, η υποψία του, δηλαδή, ότι ονειρεύεται, ποτέ δεν γίνεται βεβαιότητα. Αντιθέτως, στην πορεία χάνει ολοένα και περισσότερο τους τρόπους για να επαληθεύσει την εγκυρότητα αυτής του της υπόθεσης. «Τώρα πια αμφιβάλλω ακόμα και για τις βεβαιότητές μου», ομολογεί σε κάποια φάση στον Βήτα. Γι’ αυτό η Συνειδητοποίηση ακολουθείται από ερωτηματικό, διότι ποτέ δεν επιτυγχάνεται πλήρως. Παρότι ο Άλφα όντως πιστεύει ότι ονειρεύεται, κάθε τόσο κλονίζεται αυτή του η πεποίθησή. Κι αν τελικά έχει δίκιο ο κύριος Αρνολφίνι, που του λέει ότι δεν είναι ένας άνθρωπος που ονειρεύεται, αλλά μια ζωγραφιά; (Ή, έστω, μια ζωγραφιά που ονειρεύεται;)

Το ίδιο ισχύει και για το ερωτηματικό στον τίτλο Αφύπνιση. Στο κάτω-κάτω, σε ποια αφύπνιση αναφέρεται ο τίτλος; Σ’ αυτήν που συμβαίνει στην αρχή του κεφαλαίου, κατά την οποία ο Άλφα νομίζει ότι ξύπνησε γέρος πια στο κρεβάτι του, ή σ’ αυτήν που συμβαίνει στο τέλος, καθώς εκείνο το παράλογο λευκό φως κατακλύζει τα πάντα; Ή μήπως δεν πρόκειται τελικά για αφύπνιση, αλλά για αλληγορία θανάτου; Θα έλεγα ότι το κλείσιμο της ιστορίας αρθρώνεται και το ίδιο ως ερώτηση, και ως τέτοια οφείλει να έχει ερωτηματικό.

© Δημήτρης Αναστασίου Roy Andersson
© Δημήτρης Αναστασίου
Roy Andersson

Έχετε κάποια αγαπημένα graphic novels;

Κάποια πολύ αγαπημένα που μου έρχονται στον νου είναι το Logicomix των Δοξιάδη – Παπαδημητρίου, το Arrival του Shaun Tan, το The Book of Genesis του R. Crumb, το Black Hole του Charles Burns, το Habibi του Craig Thompson, το Palestine του Joe Sacco, το Fatherland της Nina Bunjevac, το Fun του Paolo Bacilieri, το Nothing is forgotten του Ryan Andrews (το οποίο εκδόθηκε μέσω Kickstarter, αλλά εγώ το γνώρισα στη γαλλική έκδοση του Delcourt, με τίτλο Je n’ ai rien oublié). Αναφέρω, τέλος, και το Codex Seraphinianus του Franco Maria Ricci, το οποίο δεν μπορεί να θεωρηθεί ακριβώς graphic novel, αλλά εγώ είμαι περήφανος που το έχω. Σίγουρα ξεχνώ πολλά.

Ποια η σχέση σας με τη λογοτεχνία; Κάποια αγαπημένα βιβλία, αγαπημένοι συγγραφείς;

Η λογοτεχνία είναι ένα σημαντικό κομμάτι της ζωής μου. Διαβάζω λογοτεχνία παιδιόθεν, χωρίς όμως και να μπορώ να ισχυριστώ ότι ανήκω σε αυτούς που κάνουν πρωταθλητισμό. Ομολογώ δε, όχι δίχως ντροπή, ότι έχοντας συγγράψει ένα και μισό μυθιστορήματα (τα οποία, για το καλό όλων, θα μείνουν διαπαντός θαμμένα στα βάθη του σκληρού μου δίσκου), φλέρταρα κάποτε εντόνως με την ιδέα να γίνω (και) μυθιστοριογράφος. Τελικά, πήρα έναν παράλληλο δρόμο κι έγινα εικονιστοριογράφος. Δύσκολο να διαλέξω αγαπημένα βιβλία. Ξεκινώντας από κάποια πολύ κλασικά και προχωρώντας, θα έβαζα σίγουρα το Μαγικό Βουνό του Τόμας Μαν, βιβλίο που με έχει επηρεάσει βαθύτατα, τον Ηλίθιο και τους Αδελφούς Καραμάζοφ του Ντοστογιέφσκι, τη Σονάτα Κρόιτσερ του Τολστόι, τον Ξένο του Καμύ, το Κόκκινο Ιππικό του Μπάμπελ, το Βερολίνο Αλεξάντερπλατς του Ντέμπλιν, το Πόλεμος και πόλεμος του Κρασναχορκάι, τον Άουστερλιτς του Ζέμπαλντ που διάβασα πρόσφατα και με συγκλόνισε πραγματικά. Άλλο ένα πολύ πρόσφατο ανάγνωσμα που αγάπησα πολύ είναι το Οπτικό Νεύρο της Γκάινσα. Δύο ελληνικά βιβλία που μου άσκησαν μεγάλη επίδραση είναι το Κιβώτιο του Αλεξάνδρου και ο Υπνοβάτης της Καραπάνου. Όσο για αγαπημένους συγγραφείς, δεν θα διαλέξω λογοτέχνες, αλλά δύο Έλληνες διανοητές που με έχουν καθορίσει: τον Παναγιώτη Κονδύλη και τον Κωστή Παπαγιώργη.

© Δημήτρης Αναστασίου Roy Andersson
© Δημήτρης Αναστασίου
Roy Andersson

Πείτε μας έναν πίνακα ζωγραφικής και ένα βιβλίο που σας επηρέασαν περισσότερο από άλλα.

Μπορώ ευκολότερα να αναφέρω έναν πίνακα και ένα βιβλίο που με επηρεάζουν περισσότερο από άλλα στη δημιουργική φάση που βρίσκομαι τώρα. Διότι ανάλογα με το τι φτιάχνω κάθε φορά, τι με απασχολεί καλλιτεχνικά – αλλά και γενικότερα -, υπάρχουν κάποια έργα – ζωγραφικά, λογοτεχνικά, φιλοσοφικά- που λειτουργούν ως φάροι και μου υποβάλλουν κατεύθυνση και πορεία. Τώρα βρίσκομαι σε μια περίοδο που με απασχολεί η πολλαπλότητα – όχι το ένα έργο, αλλά τα πολλά που συντίθενται για να φτιάξουν ένα υπερσύνολο. Ας μου επιτραπεί, λοιπόν, με αυτό το σκεπτικό, να είμαι λίγο ζαβολιάρης και να διαλέξω ένα ζωγραφικό έργο που θα μπορούσε να θεωρηθεί και είκοσι τέσσερα έργα: το Πολύπτυχο της Γάνδης των αδελφών Van Eyck, το οποίο ολοκληρώθηκε το 1432. Ο Χουιζίνγκα θεωρεί ότι είναι το έργο που κλείνει τον Μεσαίωνα, άλλοι μελετητές το θεωρούν ως το έργο που εγκαινιάζει την Αναγέννηση. Όπως και να έχει πάντως, πρόκειται για ένα παραδόξως μοντέρνο εικονιστόρημα – installation και παράλληλα για μια από τις πιο συγκλονιστικές στιγμές της παγκόσμιας ζωγραφικής.

Και, συνεχίζοντας τις ζαβολιές, διαλέγω ένα βιβλίο, που θα μπορούσε να θεωρηθεί τρία βιβλία: τους Υπνοβάτες του Χέρμαν Μπροχ, τους οποίους πρωτοδιάβασα στο Βερολίνο το 2008. Από τότε η τριλογία του Μπροχ είναι πάντοτε παρούσα στη σκέψη μου και με επηρεάζει σε αυτά που ζωγραφίζω και γράφω. Θεωρώ δε ότι η εναλλαγή ζωγραφικών στυλ στο Α=-Α έχει τις ρίζες της στους υφολογικούς πειραματισμούς της τριλογίας, στο ξεπέρασμα του συγκεκριμένου στυλ ως πάγιας καλλιτεχνικής ταυτότητας και στον δυναμικό και προγραμματικό αλληλοκαθορισμό φόρμας και περιεχομένου. Αν έκανα ποτέ μεταγραφή ενός μυθιστορήματος σε graphic novel, θα καταπιανόμουν με τους Υπνοβάτες και θα εικονογραφούσα καθέναν από τους τρεις τόμους με διαφορετική τεχνοτροπία, ύφος και αίσθηση. Όσο όμως έχω δικές μου ιστορίες να πω, ο Πάσενοβ, ο Ες και ο Χούγκεναου θα περιμένουν.

© Δημήτρης Αναστασίου Roy Andersson
© Δημήτρης Αναστασίου
Roy Andersson

Τι σημαίνει για σας το φως στο τέλος του A=-A; Και γιατί ο ήχος του είναι εκκωφαντικός; Το ερωτηματικό που έχει τεθεί στη λέξη «Τέλος» μήπως σηματοδοτεί τη συνέχεια του Α=-Α;

Για μένα το φως στο τέλος του Α=-Α σημαίνει πολλά πράγματα ταυτοχρόνως. Θεωρούσα εξαρχής απαραίτητο να μην προκρίνω μία ερμηνεία που να κατισχύει των άλλων, αλλά να ξετυλίξω την ιστορία μου έχοντας υπ’ όψιν κάποιες ισοσθενείς συμβολικές εκδοχές του τι συμβαίνει. Αυτό που πάντοτε με ενδιαφέρει, σε όλη μου τη δουλειά, είναι να ενεργοποιώ τα συμβολικά περιεχόμενα των εικόνων μου προς πολλαπλές κατευθύνσεις, έτσι ώστε η συμβολή του θεατή-αναγνώστη να είναι απολύτως απαραίτητη και καθοριστική. Μόνο τότε ένα σχήμα είναι ουσιαστικά συμβολικό, ειδάλλως ξεπέφτει στην αλληγορία. Παρ’ όλα αυτά, για να μην κατηγορηθώ ότι υπεκφεύγω, μπορώ να δώσω τουλάχιστον μια πολύ άμεση εξήγηση: για αυτόν που θα θεωρήσει ότι όντως όλη αυτή η περιπέτεια του Άλφα είναι ένα όνειρο, ο εκκωφαντικός συναγερμός που χτυπά ασταμάτητα θα μπορούσε να είναι, απλώς, το ξυπνητήρι. Μάλιστα ο αριθμός που η Βήτα λέει στον Άλφα ως κωδικό για να κλείσει τον συναγερμό είναι 0630, και αυτή δεν είναι παρά η ώρα που χτυπά το ξυπνητήρι μου το πρωί. (Στα ελληνικά οι λέξεις «ξυπνητήρι» και «συναγερμός» δεν έχουν τίποτα κοινό. Στην αγγλική μετάφραση οι δύο λέξεις «alarm» και «alarm clock» οδηγούν σχεδόν αυτόματα στη σύνδεση.) Οπότε, σε αυτό το πλαίσιο, το λευκό φως θα μπορούσε να είναι το φως της μέρας που μπαίνει από τα βλέφαρα που μισανοίγουν και διαλύει το όνειρο.

Θεωρώ όμως ότι υπάρχουν πλουσιότεροι τρόποι να διαβαστεί το τέλος, αλλά αυτό έχει να κάνει με το πώς έχει προσλάβει ο κάθε θεατής – αναγνώστης τον Άλφα ως σύνοψη και ως σύμβολο. Το τέλος του Άλφα ορίζεται από το ποιος και τι είναι για τον καθένα. Το μόνο που μπορώ να πω με βεβαιότητα (;) για το φως του τέλους είναι ότι πρόκειται περί ενός ορίου. Όριο ανάμεσα σε ποιες καταστάσεις; Αυτή είναι η ερώτηση που απευθύνω στον εαυτό μου και στον θεατή – αναγνώστη. Εξού και το ερωτηματικό.

Έχετε κάποιο άλλο graphic novel στα σκαριά; Αν ναι, θέλετε να μοιραστείτε με τους αναγνώστες του Proust & Kraken την ιστορία του;

Η αλήθεια είναι πως δεν ήμουν καθόλου σίγουρος ότι μετά το Α=-Α θα ξανάφτιαχνα κάποιο εικονιστόρημα. Πίστευα δε ότι ακόμα και αν, κάποια στιγμή, αποφάσιζα να φτιάξω κάτι, αυτό θα αργούσε πολύ. Τα πράγματα όμως, καθώς φαίνεται, δεν μας υπολογίζουν κι έρχονται όταν είναι να έρθουν. Εδώ και λίγο καιρό κάνω τα προσχέδια για ένα νέο εικονιστόρημα, του οποίου ο τίτλος, προς το παρόν τουλάχιστον, είναι Οι Περιπέτειες του Γ. Κελκανίδη – Gastarbeiter aus Griechenland. Όλη η ιστορία εξελίσσεται σε μια μόνο νύχτα, σε κάποια βορειοευρωπαϊκή πόλη, σε έναν κόσμο σκοτεινό, βρόμικο, μεταιχμιακό. Παρακολουθώ τα νυχτοπερπατήματα του Γεράσιμου Κελκανίδη και του γιου του Ασημάκη, τη βραδιά των γενεθλίων του δεύτερου. Βέβαια, όλα αυτά είναι εν τω γεννάσθαι, τίποτα δεν είναι σίγουρο, ούτε καν ότι όντως θα προκύψει τελικά κάποιο νέο graphic novel. Μήπως θα έπρεπε να κλείσουμε κι εδώ μ’ ένα ερωτηματικό;