«Σεντ Λούις, Απρίλιος 1857.
Ο ΑΜΠΝΕΡ ΜΑΡΣ ΧΤΥΠΗΣΕ ΕΛΑΦΡΑ ΤΗ ΛΑΒΗ του κομψού μπαστουνιού του από ξύλο λευκοκαριάς πάνω στο γραφείο υποδοχής του ξενοδοχείου για να τον προσέξει ο υπάλληλος. «Ήρθα να δω κάποιον Γιορκ» είπε. Τζος Γιορκ το όνομά του, νομίζω. Έχετε εδώ κανέναν μ’ αυτό το όνομα;» Ο υπάλληλος ήταν ηλικιωμένος με γυαλιά. Τινάχτηκε ακούγοντας το χτύπημα, στράφηκε, κοίταξε καχύποπτα τον Μαρς κι αμέσως μετά χαμογέλασε. «Μπα, ο καπετάνιος Μαρς!» είπε σε εγκάρδιο τόνο. «Έχω να σε δω πάνω από μισό χρόνο, καπετάνιε. Έμαθα για τη συμφορά που σε βρήκε. Φοβερό, τι να πω, φοβερό. Είμαι εδώ από το ’36, τέτοιο σφήνωμα σε πάγο δεν έχω ξαναδεί». «Μη χολοσκάς» είπε ο Μαρς ενοχλημένος. Τα περίμενε τέτοιου είδους σχόλια. Το ξενοδοχείο Πλάντερς Χάουζ ήταν ένα από τα αγαπημένα στέκια των ναυτικών του ποταμού, όπου σύχναζε και ο ίδιος για φαγητό πριν από εκείνο τον σκληρό χειμώνα. Μετά το φρακάρισμα στον πάγο, όμως, δεν είχε έρθει ούτε μια φορά, και ο λόγος δεν ήταν μόνο οι τιμές. Όσο κι αν του άρεσε η κουζίνα του Πλάντερς Χάουζ, δεν είχε καμιά όρεξη για τους θαμώνες: τιμονιέρηδες, καπετάνιοι, μηχανικοί, ναυτικοί του ποταμού, παλιοί φίλοι και παλιοί ανταγωνιστές, που ήξεραν όλοι για την κακοτυχία του. Ο Άμπνερ Μαρς δεν ήθελε τον οίκτο κανενός».

