ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Τhe Silence of the Sea της Yrsa Sigurdardottir

© sharonang

«Brynjar hugged his jacket tighter around him, thinking longingly of his warm hut and wondering what on earth he was doing out here. It just went to show how dull his job was that he should jump at any chance of a diversion, even if it meant having to endure the biting wind. As usual at this late hour the port he was supposed to be keeping an eye on was deserted, and it suddenly struck him that he didn’t know it any other way. He avoided its daytime bustle, preferring it like this – black sea, unmanned ships – as if seeing how it came to life when he wasn’t there brought home to him his own insignificance”.

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Πέδρο Πάραμο του Χουάν Ρούλφο

© stengchen

«Ήρθα στην Κομάλα γιατί μου είπαν πως εδώ ζούσε ο πατέρας μου, κάποιος Πέδρο Πάραμο. Μου το’ πε η μητέρα μου. Κι εγώ της υποσχέθηκα πως θα ερχόμουν να τον βρω μόλις θα πέθαινε. Της έσφιξα τα χέρια, σημάδι ότι θα το έκανα, γιατί εκείνη βάδιζε τότε προς το θάνατο κι εγώ ήμουν πρόθυμος να της υποσχεθώ τα πάντα».

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Το μουσείο της αθωότητας του Ορχάν Παμούκ

© Lize Rixt

«Ήταν η πιο ευτυχισμένη στιγμή της ζωής μου· δεν το ‘ξερα. Αν το ‘ξερα θα μπορούσα άραγε να προστατέψω την ευτυχία μου, θα εξελίσσονταν όλα διαφορετικά; Ναι, αν το είχα καταλάβει, σε καμία περίπτωση δεν θ’ άφηνα την ευτυχία να μου φύγει. Ίσως η υπέροχη εκείνη χρυσή στιγμή, που τόσο βαθιά και ήρεμα τύλιξε όλο μου το σώμα, να κράτησε μερικά δευτερόλεπτα, όμως εμένα μου φάνηκαν ώρες, χρόνια».

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Η τέχνη της χαράς της Goliarda Sapienza

© tiburi

«ΝΑ ΜΕ, ΛΟΙΠΟΝ: τεσσάρων-πέντε χρόνων, σ’ ένα λασπότοπο, να σέρνω ένα θεόρατο κούτσουρο. Δεν υπάρχουν ούτε δέντρα ούτε σπίτια τριγύρω, μονάχα ο ιδρώτας από την προσπάθεια να κουβαλήσω εκείνο το τραχύ ξύλο και το έντονο κάψιμο στις πληγωμένες παλάμες μου. Βουλιάζω στη λάσπη ίσαμε τους αστραγάλους, όμως πρέπει να προχωρήσω, δεν ξέρω γιατί, πρέπει πάντως να το κάνω. Ας αφήσουμε αυτή την πρώτη ανάμνησή μου όπως είναι: δεν μου πάει να κάνω εικασίες ή μαντεψιές. Θέλω να σας πω πώς έγιναν τα πράγματα, χωρίς να παραλλάξω τίποτα».

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Οι διακοπές του Μαιγκρέ του Georges Simenon

© xbloom0babyx

«O ΔΡΟΜΟΣ ΗΤΑΝ ΣΤΕΝΟΣ, στρωμένος με παράταιρους κυβόλιθους, όπως όλοι οι δρόμοι της παλιάς γειτονιάς της σάμπλ ντ’ Ολόν. Όσο για τα πεζοδρόμια ήταν σε τέτοιο σημείο στενά που αναγκαζόταν να κατέβει απ’ αυτά κάθε φορά που διασταυρωνόταν με κάποιον περαστικό. Η δίφυλλη σκουροπράσινη πόρτα στη γωνία ήταν ιδιαίτερα επιβλητική, το ξύλο έκανε υπέροχα νερά, και είχε δύο καλογυαλισμένα μπρούντζινα ρόπτρα, ακριβώς όπως οι πόρτες που συναντά κανείς σε αρχοντικά ή σε μοναστήρια της επαρχίας».

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Ο Δράκος της Πρέσπας Ι – Η κοιλάδα της λάσπης της Ιωάννας Μπουραζοπούλου

© joe roberts

«Ήμαρτον Κύριε, σταυροκοπήθηκε άναυδος ο γερο-Σεβαστιανός, ο φύλακας της Νότιας Πύλης της Πρέσπας. Στεκόταν μπροστά στο αυτοσχέδιο φυλάκιό του – έναν τριώροφο πυργίσκο καμπαναριού το μεσαίο πάτωμα του οποίου είχε μετατρέψει σε κονάκι- με το στόμα ανοιχτό από έκπληξη και τις κόρες διεσταλμένες από τρόμο, μην τολμώντας να μπει μέσα, να προστατευτεί τουλάχιστον απ’ τη βροχή που ο αέρας έφερνε λοξά στο υπόστεγο και του μαστίγωνε το πρόσωπο. Μετάνιωνε που εγκατέλειψε το πόστο του, αλλά ένας κεραυνός χτύπησε το πανδοχείο κι έτρεξε ως εκεί φοβούμενος μήπως χάθηκαν ζωές. Έτρεξε, τρόπος του λέγειν, τώρα που η λάσπη έφτασε στα σαράντα εκατοστά με δυσκολία έσερνε τα πόδια του. Γκρεμίστηκε ένα μέρος της κεραμοσκεπής αλλά κανείς δεν τραυματίστηκε, οπότε επέστρεψε γρήγορα στο φυλάκιο κι ανέβηκε λαχανιασμένος της σκαλίτσα, για να κοκκαλώσει στο κεφαλόσκαλο και από την ανοιχτή πόρτα-την είχε αφήσει ανοιχτή; ούτε που θυμόταν-να αντικρίσει τούτο το αποτρόπαιο θέαμα. Επάνω στην καρέκλα του βρισκόταν, ήμαρτον Κύριε, ένα κομμένο χέρι. Μελανιασμένο, άκαμπτο και καταλασπωμένο».

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Διωγμός του Αλεσσάντρο Πιπέρνο

© Guglielmo Losio

«Ήταν 13 Ιουλίου του 1986, όταν μια επιθυμία να μην είχε έρθει ποτέ στον κόσμο κυρίεψε τον Λέο Ποντεκόρβο προκαλώντας του αμηχανία. Μια στιγμή νωρίτερα ο Φιλίππο, ο πρωτότοκός του, ενέδιδε στο πλέον μικροπρεπές παιδιάστικο παράπονο: απορρίπτοντας την πενιχρή ποσότητα πατατάκια που η μητέρα τού είχε αδειάσει στο πιάτο, διαμαρτυρόταν για την ανήκουστη γενναιοδωρία της προς τον μικρότερο αδελφό. Και ακριβώς εκείνη τη στιγμή στις ειδήσεις των οχτώ ο εκφωνητής να υπαινίσσεται, ενώπιον μιας σημαντικής μερίδας του έθνους, ότι ο παρών εκεί Λέο Ποντεκόρβο είχε ανταλλάξει ανήθικες επιστολές με τη φιλενάδα του δεκατριάχρονου δευτερότοκου γιου του».

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Μάσκες του Λεονάρδο Παδούρα

© Chelle2008

«Η ζέστη είναι μια κακόψυχη μάστιγα που κατακυριεύει τα πάντα. Η ζέστη πέφτει σαν μανδύας από κόκκινο μετάξι, εφαρμοστός και πυκνοϋφασμένος, τυλίγοντας τα σώματα, τα δέντρα, τα αντικείμενα, για να ενσταλάξει μέσα τους το σκοτεινό δηλητήριο της απελπισίας και τον πιο αργό και σίγουρο θάνατο. Είναι μια τιμωρία χωρίς εφέσεις και ελαφρυντικά, που μοιάζει να έχει βαλθεί να εξολοθρεύσει ολόκληρη την ορατή οικουμένη, παρόλο που η θανατερή της δίνη θα’πρεπε να έχει επιπέσει στην αιρετική πόλη, στην καταδικασμένη συνοικία…Η ζέστη συντρίβει τα πάντα, τυραννάει τον κόσμο, διαβρώνει ό,τι θα μπορούσε να σωθεί και αφυπνίζει μόνο την οργή, τη μνησικακία, το φθόνο, το πιο κολασμένο μίσος, λες και ο σκοπός της είναι να φέρει το τέλος του χρόνου, τις ιστορίας, της ανθρωπότητας και της μνήμης… ».

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

The lake της Μπανάνα Γιοσιμότο

©Y.Shimizu/©JNTO

«The first time Nakajima stayed over, I dreamed of my dead mom. Maybe it has having him in the room that did it, after having been alone so long. I hadn’t slept next to anyone since my dad and I stayed in my mom’s hospital room. I kept waking up and then, relieved that she hadn’t stopped breathing, going back to sleep…Αnd it occurred to me that I was surrounded by people who could die at any minute, and in some odd way their presence made me feel more at ease here, in the hospital, than I did outside. When things get really bad, you take comfort of the placeness of a place».

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Το φως ανάμεσα στους ωκεανούς της Μ.Λ. Στέντμαν

Samantha S

«ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΤΟ ΘΑΥΜΑ, η Ίζαμπελ ήταν γονατισμένη στην άκρη του γκρεμού, φροντίζοντας τον μικρό καινούριο σταυρό από ξεβρασμένο ξύλο. Ένα παχύ σύννεφο σερνόταν σαν σαλιγκάρι στον απριλιάτικο ουρανό που ανοιγόταν πάνω από το νησί κατοπτρίζοντας τον ωκεανό. Η Ίζαμπελ ράντισε με νερό και πάτησε το χώμα γύρω από το δεντρολίβανο που είχε μόλις φυτέψει».