ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Αλέξ του Πιερ Λεμέτρ

© Alexas Fotos

«Η Αλέξ είναι ενθουσιασμένη. Εδώ και μία ώρα τώρα δοκιμάζει, διστάζει, βγαίνει έξω, γυρίζει πίσω, δοκιμάζει ξανά. Περούκες και ποστίς. Θα μπορούσε να περάσει έτσι ολόκληρα απογεύματα. Πριν από τρία τέσσερα χρόνια, τυχαία, ανακάλυψε αυτό το μαγαζί στο μπουλεβάρ ντε Στρασμπούρ. Δεν το πρόσεξε ακριβώς. Μπήκε μέσα από περιέργεια. Ταράχτηκε τρομερά, όταν είδε τον εαυτό της έτσι, κοκκινομάλλα. Είχε μεταμορφωθεί εντελώς, σε τέτοιο βαθμό που την αγόρασε αμέσως εκείνη την περούκα».

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Ο χορταριασμένος δρόμος της Ανν Ένραϊτ

© Taylor Leopold

«Αργότερα, αφού η Χάνα έφτιαξε μερικές φέτες ψωμί με λιωμένο τυρί, η μητέρα της μπήκε μέσα και γέμισε μια θερμοφόρα με ζεστό νερό από τον μεγάλο βραστήρα που υπήρχε στο μάτι της κουζίνας. “Μου κάνεις τη χάρη να πας μέχρι τον θείο σου;” είπε. “Να μου πάρεις μερικές ασπιρίνες;” “Έτσι λες;” “Είμαι θολωμένη”, είπε. “Kαι ζήτα από τον θείο σου να σου δώσει και αμοξικιλίνη-να σ’το συλλαβίσω; Νιώθω ένα σφίξιμο στο στήθος”. “Θα δούμε”, είπε η Χάνα. “Τέλος πάντων, προσπάθησε”, είπε επιχειρώντας να την καλοπιάσει και ακούμπησε τη θερμοφόρα στο στήθος της. “Ξέρω ότι θα το κάνεις”. Οι Μάντιγκαν ζούσαν σε ένα σπίτι με ένα ρυάκι στον κήπο και το όνομά του στην πύλη: ΑΡΝΤΙΒΙΝ.».

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Η λέσχη των νέων πιανιστών / Το ποτάμι του Ketil Bjørnstad

© nickkoutoulas

Mόνο ένας συγγραφέας, που είναι παράλληλα πιανίστας και συνθέτης, θα μπορούσε να γράψει τόσο μελωδικά βιβλία, όπως είναι «Η λέσχη των νέων πιανιστών» και «Το ποτάμι». Σας προτείνω, πριν αρχίσετε να διαβάζετε την παρουσίαση αυτή, να πάτε στο τέλος της ανάρτησης και να βάλετε ως υπόκρουση κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης κάποιο από τα μοναδικά κομμάτια κλασικής μουσικής, που παρελαύνουν στα βιβλία αυτά. Πάμε, λοιπόν, ένα όμορφο, μουσικό, λογοτεχνικό ταξίδι στο Όσλο της Νορβηγίας, στα τέλη της δεκαετίας του ’60 μαζί με τον Άξελ, την Άνια, τη Ρεμπέκα, τη Μαργκρέτε Ιρένε και τον Φέρντιναντ, τα ταλαντούχα εκείνα παιδιά που ήθελαν με τη μουσική τους να κατακτήσουν τον κόσμο, να μάθουν τον εαυτό τους, να ερμηνεύσουν τα πράγματα και παράλληλα να ζήσουν, με κάποια από αυτά να τα καταφέρνουν και κάποια όχι.

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Το μυστήριο του κίτρινου δωματίου του Gaston Leroux

«Είμαι βαθιά συγκινημένος που επιτέλους ξεκινώ την αφήγηση των απίστευτων περιπετειών του Ζοζέφ Ρουλεταμπίλ. Έως σήμερα, ο ίδιος είχε τόσο σθεναρά αντιταχθεί στην εξιστόρησή τους, που πίστευα ότι δεν θα είχα ποτέ την ευκαιρία να δημοσιεύσω την πιο παράξενη αστυνομική ιστορία των τελευταίων δεκαπέντε ετών: θεωρούσα, έτσι, σχεδόν δεδομένο ότι η κοινή γνώμη δεν θα μάθαινε ποτέ ολόκληρη την αλήθεια της περίφημης υπόθεσης, γνωστής και ως Το Κίτρινο Δωμάτιο, μιας υπόθεσης που είχε ως επακόλουθο πολλά μυστηριώδη, σκληρά και συγκλονιστικά δράματα με τα οποία ο φίλος μου αναμείχθηκε εξίσου.»

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Τhe Silence of the Sea της Yrsa Sigurdardottir

© sharonang

«Brynjar hugged his jacket tighter around him, thinking longingly of his warm hut and wondering what on earth he was doing out here. It just went to show how dull his job was that he should jump at any chance of a diversion, even if it meant having to endure the biting wind. As usual at this late hour the port he was supposed to be keeping an eye on was deserted, and it suddenly struck him that he didn’t know it any other way. He avoided its daytime bustle, preferring it like this – black sea, unmanned ships – as if seeing how it came to life when he wasn’t there brought home to him his own insignificance”.

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Πέδρο Πάραμο του Χουάν Ρούλφο

© stengchen

«Ήρθα στην Κομάλα γιατί μου είπαν πως εδώ ζούσε ο πατέρας μου, κάποιος Πέδρο Πάραμο. Μου το’ πε η μητέρα μου. Κι εγώ της υποσχέθηκα πως θα ερχόμουν να τον βρω μόλις θα πέθαινε. Της έσφιξα τα χέρια, σημάδι ότι θα το έκανα, γιατί εκείνη βάδιζε τότε προς το θάνατο κι εγώ ήμουν πρόθυμος να της υποσχεθώ τα πάντα».

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Το μουσείο της αθωότητας του Ορχάν Παμούκ

© Lize Rixt

«Ήταν η πιο ευτυχισμένη στιγμή της ζωής μου· δεν το ‘ξερα. Αν το ‘ξερα θα μπορούσα άραγε να προστατέψω την ευτυχία μου, θα εξελίσσονταν όλα διαφορετικά; Ναι, αν το είχα καταλάβει, σε καμία περίπτωση δεν θ’ άφηνα την ευτυχία να μου φύγει. Ίσως η υπέροχη εκείνη χρυσή στιγμή, που τόσο βαθιά και ήρεμα τύλιξε όλο μου το σώμα, να κράτησε μερικά δευτερόλεπτα, όμως εμένα μου φάνηκαν ώρες, χρόνια».

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Η τέχνη της χαράς της Goliarda Sapienza

© tiburi

«ΝΑ ΜΕ, ΛΟΙΠΟΝ: τεσσάρων-πέντε χρόνων, σ’ ένα λασπότοπο, να σέρνω ένα θεόρατο κούτσουρο. Δεν υπάρχουν ούτε δέντρα ούτε σπίτια τριγύρω, μονάχα ο ιδρώτας από την προσπάθεια να κουβαλήσω εκείνο το τραχύ ξύλο και το έντονο κάψιμο στις πληγωμένες παλάμες μου. Βουλιάζω στη λάσπη ίσαμε τους αστραγάλους, όμως πρέπει να προχωρήσω, δεν ξέρω γιατί, πρέπει πάντως να το κάνω. Ας αφήσουμε αυτή την πρώτη ανάμνησή μου όπως είναι: δεν μου πάει να κάνω εικασίες ή μαντεψιές. Θέλω να σας πω πώς έγιναν τα πράγματα, χωρίς να παραλλάξω τίποτα».

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Οι διακοπές του Μαιγκρέ του Georges Simenon

© xbloom0babyx

«O ΔΡΟΜΟΣ ΗΤΑΝ ΣΤΕΝΟΣ, στρωμένος με παράταιρους κυβόλιθους, όπως όλοι οι δρόμοι της παλιάς γειτονιάς της σάμπλ ντ’ Ολόν. Όσο για τα πεζοδρόμια ήταν σε τέτοιο σημείο στενά που αναγκαζόταν να κατέβει απ’ αυτά κάθε φορά που διασταυρωνόταν με κάποιον περαστικό. Η δίφυλλη σκουροπράσινη πόρτα στη γωνία ήταν ιδιαίτερα επιβλητική, το ξύλο έκανε υπέροχα νερά, και είχε δύο καλογυαλισμένα μπρούντζινα ρόπτρα, ακριβώς όπως οι πόρτες που συναντά κανείς σε αρχοντικά ή σε μοναστήρια της επαρχίας».

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Ο Δράκος της Πρέσπας Ι – Η κοιλάδα της λάσπης της Ιωάννας Μπουραζοπούλου

© joe roberts

«Ήμαρτον Κύριε, σταυροκοπήθηκε άναυδος ο γερο-Σεβαστιανός, ο φύλακας της Νότιας Πύλης της Πρέσπας. Στεκόταν μπροστά στο αυτοσχέδιο φυλάκιό του – έναν τριώροφο πυργίσκο καμπαναριού το μεσαίο πάτωμα του οποίου είχε μετατρέψει σε κονάκι- με το στόμα ανοιχτό από έκπληξη και τις κόρες διεσταλμένες από τρόμο, μην τολμώντας να μπει μέσα, να προστατευτεί τουλάχιστον απ’ τη βροχή που ο αέρας έφερνε λοξά στο υπόστεγο και του μαστίγωνε το πρόσωπο. Μετάνιωνε που εγκατέλειψε το πόστο του, αλλά ένας κεραυνός χτύπησε το πανδοχείο κι έτρεξε ως εκεί φοβούμενος μήπως χάθηκαν ζωές. Έτρεξε, τρόπος του λέγειν, τώρα που η λάσπη έφτασε στα σαράντα εκατοστά με δυσκολία έσερνε τα πόδια του. Γκρεμίστηκε ένα μέρος της κεραμοσκεπής αλλά κανείς δεν τραυματίστηκε, οπότε επέστρεψε γρήγορα στο φυλάκιο κι ανέβηκε λαχανιασμένος της σκαλίτσα, για να κοκκαλώσει στο κεφαλόσκαλο και από την ανοιχτή πόρτα-την είχε αφήσει ανοιχτή; ούτε που θυμόταν-να αντικρίσει τούτο το αποτρόπαιο θέαμα. Επάνω στην καρέκλα του βρισκόταν, ήμαρτον Κύριε, ένα κομμένο χέρι. Μελανιασμένο, άκαμπτο και καταλασπωμένο».