ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Όλα για καλό του Γιάννη Μακριδάκη

© Tim Marshall

«Τον Μιχάλη τον πήρε ο αέρας. Είχε σταθεί προς νερού του άκρη-άκρη στην πιο ψηλή αναβαθμίδα του βουνού, έξω από το καλύβι του και πήγε από κάτω. Έτσι συνήθιζε, να στέκει εκεί, στο χείλος της πεζούλας και να κορδώνεται, για να βγάλει το πουλί του όσο μπορούσε πιο μπρος. Σαν τόξο ινδιάνικο γινότανε το κορμί του από το τέντωμα. Έβαζε και το δεξί του χέρι στο νεφρό και έσπρωχνε κάπως κι από κει. Με το αριστερό διεύθυνε το βέλος, ανάλογα με τον άνεμο, για να στέλνει το κάτουρο κατευθείαν στην αποκατινή εμασιά. Όλα αυτά επειδή δεν ήθελε να πιτσιλάει τα πόδια του και να βρομάνε τα μπατζάκια του ύστερα κατρουλίλα. Μα εκείνο το απόγευμα έπεσε και αυτός. Δεν ήτανε πολύ ψηλά, σκάρτα δυο μέτρα μόνο, αλλά την πήρε βολικά. Χτύπησε το κεφάλι του απάνω σε μια κοτρόνα που είχε κυλήσει απ’ τη μισογκρέμια ξερολιθιά και έμεινε επί τόπου. Ξαίμαξε ώσπου ν’ ανεβώ.»

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Η ταβέρνα της Τζαμάικας της Daphne Du Maurier

© Krzysztof Cuber

«Ήταν μια γκρίζα παγωμένη μέρα, στα τέλη του Νοέμβρη. Ο καιρός είχε αλλάξει μέσα σε μια νύχτα, κι ο άνεμος είχε φέρει μαζί του έναν μολυβένιο ουρανό κι ένα αδιάκοπο ψιλόβροχο, και παρόλο που δεν ήταν καλά καλά δύο το απόγευμα, το χλωμό χειμωνιάτικο σούρουπο έμοιαζε να πλησιάζει τους γύρω λόφους, τυλίγοντάς τους στην καταχνιά. Μέχρι τις τέσσερις θα είχε σκοτεινιάσει. Ο αέρας ήταν υγρός και παγωμένος, και παρά τα σφαλισμένα παράθυρα, τρύπωνε μέσα στην άμαξα. Η υγρασία στα πέτσινα καθίσματα γινόταν αισθητή με το άγγιγμα, και πρέπει να υπήρχε μια χαραμάδα στην οροφή, γιατί πού και πού οι στάλες της βροχής έπεφταν απαλά στο εσωτερικό, μουσκεύοντας το δέρμα κι αφήνοντας έναν σκούρο λεκέ, σαν μελάνι πιτσιλισμένο. Με τις ριπές του ανέμου η άμαξα κλυδωνιζόταν στις στροφές του δρόμου, και στα ακάλυπτα σημεία της διαδρομής φυσούσε με τέτοια ένταση, που όλη η καρότσα έτρεμε και ταλαντευόταν, ανάμεσα στις ψηλές της ρόδες, σαν μεθυσμένη».

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Ζούσαμε πάντα σ’ ένα κάστρο της Shirley Jackson

© Max Newhal

«ΜΕ ΛΕΝΕ ΜΕΡΙ ΚΑΘΡΙΝ ΜΠΛΑΚΓΟΥΝΤ. Είμαι δεκαοχτώ χρονών και ζω με την αδελφή μου, την Κόνστανς. Έχω σκεφτεί πολλές φορές ότι με λίγη τύχη θα μπορούσα να είχα γεννηθεί λυκάνθρωπος, επειδή τα δυο μεσαία δάχτυλα των χεριών μου έχουν το ίδιο μήκος, αλλά έπρεπε να αρκεστώ σε ό,τι είχα. Αντιπαθώ το μπάνιο, τα σκυλιά και τη φασαρία. Συμπαθώ την αδελφή μου την Κόνστανς, τον Ριχάρδο της Υόρκης και το Amanita Phalloides, το μανιτάρι θανατίτη. Όλα τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς μου έχουν πεθάνει».

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Η καρδιά πεθαίνει τελευταία της Μάργκαρετ Άτγουντ

© bykst

«Στρίμωγμα να κοιμάσαι σε αμάξι. Έτσι κι αλλιώς, κανένα Honda από τρίτο χέρι δεν είναι παλάτι. Αν ήταν βαν, θα είχαν περισσότερο δώρο, αλλά σιγά μη μπορούσαν να πάρουν βαν, ακόμα και παλιά, τότε που νόμιζαν πως είχαν λεφτά. Ο Σταν λέει ότι είναι τυχεροί που έχουν έστω και το Honda, κι έχει δίκιο, η τύχη τους όμως δεν κάνει το αυτοκίνητο μεγαλύτερο».

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Αυτό που σου ανήκει του Γκαρθ Γκρίνγουελ

Benjamin Combs

«To ότι η πρώτη μου συνάντηση με τον Μίτκο Μ. κατέληξε σε μια προδοσία, όσο μικρή κι αν ήταν, θα έπρεπε να μου είχε χτυπήσει ήδη από τότε το καμπανάκι του κινδύνου, πράγμα που με τη σειρά του θα όφειλε να έχει περιορίσει, αν όχι εξαλείψει τελείως, τον πόθο μου γι’ αυτόν. Όμως η αίσθηση του κινδύνου σε μέρη όπως οι τουαλέτες του Εθνικού Μεγάρου Πολιτισμού, όπου τον πρωτογνώρισα, είναι στοιχείο συνώνυμο του αέρα που αναπνέουμε όσοι βρισκόμαστε εκεί, πανταχού παρόν και αναπόδραστο, με αποτέλεσμα να γίνεται αναπόσπαστο συστατικό της επιθυμίας που μας προσελκύει ως εκεί. Από τις σκάλες ακόμα έφτασε στ’ αυτιά μου η φωνή του, η οποία, όπως και όλος ο υπόλοιπος, ήταν πολύ επιβλητική για εκείνα τα υπόγεια, ξεχυνόταν από τα βάθη τους σαν να ήθελε να επιστρέψει στο φωτεινό απομεσήμερο, που δεν είχε τίποτα το φθινοπωρινό κι ας ήταν κιόλας μέσα Οκτωβρίου·».

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Η τζαζ του δολοφόνου του Ray Celestin

© Carlos Paes

«Αξιότιμε Θνητέ:

Δεν με έχουν πιάσει ποτέ ούτε και πρόκειται να με πιάσουν. Δεν με έχουν δει ποτέ, εφόσον είμαι αόρατος, ομοιόμορφος σαν τον αιθέρα που περιβάλλει τη γη σας. Δεν είμαι ανθρώπινο πλάσμα, αλλά πνεύμα και δαίμονας από την πιο καυτή Κόλαση. Είμαι αυτός που εσείς, οι κάτοικοι της Ορλεάνης, και η ανόητη αστυνομία σας αποκαλούν Πελεκητή».

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Ο τσάρος της αγάπης και της τέκνο του Anthony Marra

© Priscilla

«Πρώτα είμαι ζωγράφος, και μετά λογοκριτής. Χρειάστηκε να το θυμάμαι αυτό πριν από δύο χρόνια, όταν βαριανέβαινα τρεις ορόφους για το διαμέρισμα μιας λαϊκής πολυκατοικίας όπου έμεναν η χήρα νύφη μου και ο τετράχρονος γιος της. Εκείνη μου άνοιξε, κι από την έκπληξη ανασήκωσε ελαφρά το φρύδι της. Δε με περίμενε. Δεν είχαμε ιδωθεί ποτέ.»

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Λίγη Ζωή της Hanya Yanagihara

© noah silliman

«ΤΟ ΕΝΔΕΚΑΤΟ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΕΙΧΕ ΜΟΝΟ ΜΙΑ ΝΤΟΥΛΑΠΑ, αλλά η συρόμενη τζαμόπορτα έβγαζε σ’ ένα μπαλκονάκι, απ’ όπου διέκρινε έναν άντρα να κάθεται απέναντι, έξω, φορώντας μπλουζάκι μόνο και σορτς, αν και Οκτώβριος, και να καπνίζει. Ο Γουίλεμ σήκωσε το χέρι να τον χαιρετήσει, μα ο άντρας δεν ανταπέδωσε. Στην κρεβατοκάμαρα, ο Τζουντ ανοιγόκλεινε την πόρτα της ντουλάπας, σαν ακορντεόν, όταν μπήκε ο Γουίλεμ. ‘Έχει μόνο μια ντουλάπα’ είπε. ‘Εντάξει’ είπε ο Γουίλεμ. ‘Δεν έχω και τίποτα να βάλω μέσα, ούτως ή άλλως’. ‘Ούτε εγώ’. Χαμογέλασαν ο ένας στον άλλο. Η διαχειρίστρια τους ακολούθησε μέσα. ‘Θα το πάρουμε’ της είπε ο Τζουντ.»

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Ο Κάφκα στην ακτή του Χαρούκι Μουρακάμι

© Antonio Lapa

«Ψάχνεις για λεφτά λοιπόν»; το αγόρι που το έλεγαν Κρόου ρωτάει με τη χαρακτηριστική αργόσυρτη φωνή του. Το είδος της φωνής που έχεις το πρωί, αγουροξυπνημένος, με στόμα ακόμα μουδιασμένο και στεγνό. Εκείνος όμως προσποιείται. Είναι εντελώς ξύπνιος, όπως πάντα. Κουνάω το κεφάλι μου καταφατικά. «Πόσα;» Κάνω τους υπολογισμούς με τον νου μου. «Γύρω στις 400.000 γεν σε μετρητά, συν τα χρήματα που μπορώ να σηκώσω από το μηχάνημα αυτόματης ανάληψης. Ξέρω πως δεν είναι πολλά, αλλά πρέπει να είναι αρκετά. Προς το παρόν».

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Το όνειρο του Μισισιπή του George R.R. Martin

High pressure steamboat Mayflower first class packet between St. Louis and New Orleans on the Mississippi River - Capt. Joseph Brown. Library of Congress Prints and Photographs Division Washington, D.C. 20540 USA

«Σεντ Λούις, Απρίλιος 1857.

Ο ΑΜΠΝΕΡ ΜΑΡΣ ΧΤΥΠΗΣΕ ΕΛΑΦΡΑ ΤΗ ΛΑΒΗ του κομψού μπαστουνιού του από ξύλο λευκοκαριάς πάνω στο γραφείο υποδοχής του ξενοδοχείου για να τον προσέξει ο υπάλληλος. «Ήρθα να δω κάποιον Γιορκ» είπε. Τζος Γιορκ το όνομά του, νομίζω. Έχετε εδώ κανέναν μ’ αυτό το όνομα;» Ο υπάλληλος ήταν ηλικιωμένος με γυαλιά. Τινάχτηκε ακούγοντας το χτύπημα, στράφηκε, κοίταξε καχύποπτα τον Μαρς κι αμέσως μετά χαμογέλασε. «Μπα, ο καπετάνιος Μαρς!» είπε σε εγκάρδιο τόνο. «Έχω να σε δω πάνω από μισό χρόνο, καπετάνιε. Έμαθα για τη συμφορά που σε βρήκε. Φοβερό, τι να πω, φοβερό. Είμαι εδώ από το ’36, τέτοιο σφήνωμα σε πάγο δεν έχω ξαναδεί». «Μη χολοσκάς» είπε ο Μαρς ενοχλημένος. Τα περίμενε τέτοιου είδους σχόλια. Το ξενοδοχείο Πλάντερς Χάουζ ήταν ένα από τα αγαπημένα στέκια των ναυτικών του ποταμού, όπου σύχναζε και ο ίδιος για φαγητό πριν από εκείνο τον σκληρό χειμώνα. Μετά το φρακάρισμα στον πάγο, όμως, δεν είχε έρθει ούτε μια φορά, και ο λόγος δεν ήταν μόνο οι τιμές. Όσο κι αν του άρεσε η κουζίνα του Πλάντερς Χάουζ, δεν είχε καμιά όρεξη για τους θαμώνες: τιμονιέρηδες, καπετάνιοι, μηχανικοί, ναυτικοί του ποταμού, παλιοί φίλοι και παλιοί ανταγωνιστές, που ήξεραν όλοι για την κακοτυχία του. Ο Άμπνερ Μαρς δεν ήθελε τον οίκτο κανενός».