«Μόλις φτάσετε στο Αλγέρι, θα πρέπει να πάρετε τους ανηφορικούς δρόμους, να τους ανεβείτε και μετά να τους κατεβείτε. Θα πέσετε στην Ντιντούς Μουράντ με τα αμέτρητα σοκάκια να την κόβουν κάθετα σαν εκατοντάδες ιστορίες, δυο βήματα από μια γέφυρα που τη μοιράζονται αυτόχειρες και ερωτευμένοι. Κατεβείτε κι άλλο, απομακρυνθείτε από τα καφενεία και τα μπιστρό, τα μαγαζιά που πουλάνε ρούχα, τις αγορές
ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
Ο λαβύρινθος των πνευμάτων του Κάρλος Ρουίθ Θαφόν
«Eκείνη τη νύχτα ονειρεύτηκα ότι επέστρεφα στο Κοιμητήριο των Λησμονημένων Βιβλίων. Ήμουν και πάλι δέκα χρόνων και είχα ξυπνήσει στην παλιά μου κάμαρα νιώθοντας πως η ανάμνηση του προσώπου της μητέρας μου με είχε εγκαταλείψει. Και, με τον τρόπο που καταλαβαίνει κανείς τα πράγματα στα όνειρα, ήξερα ότι το λάθος ήταν δικό μου και μόνο δικό μου, επειδή δε μου άξιζε να το θυμάμαι κι επειδή δεν είχα καταφέρει να τη δικαιώσω.
Το ματωμένο του έργο του Graeme Macrae Burnet
“Γράφω αυτό το κείμενο κατόπιν επιθυμίας του δικηγόρου μου κυρίου Άντριου Σίνκλερ, ο οποίος από τότε που φυλακίστηκα εδώ στο Ινβερνές μού φέρεται με πολύ περισσότερη ευγένεια απ’ όση αξίζω και δικαιούμαι. Η ζωή μου υπήρξε σύντομη και άνευ σημασίας, και δεν επιθυμώ να απαλλαγώ από την ευθύνη για τις πρόσφατες πράξεις μου. Ο μόνος λόγος, επομένως, για τον οποίο εμπιστεύομαι αυτές τις λέξεις στο χαρτί είναι για να ανταποδώσω στον δικηγόρο μου την καλοσύνη που μου έχει δείξει. Ο κύριος Σίνκλερ μου έδωσε οδηγίες να εκθέσω, με όσο το δυνατόν
Λήθη και Λίνκολν του George Saunders
«Στου γάμου μας τη μέρα, ήμουν σαράντα έξι εγώ, εκείνη δεκαοχτώ. Ξέρω τι σκέφτεσαι: μεγαλύτερος άνδρας (διόλου αδύνατος, φαλακρός, σακάτης απ’ το ένα πόδι, μασέλες από ξύλο) ασκεί το γαμήλιο προνόμιό του κι εξευτελίζει έτσι την άμοιρη μικρή-
Αλλά είναι λάθος.
Αυτό ακριβώς αρνήθηκα να κάνω, βλέπεις.
The vegetarian της Han Kang
“Before my wife turned vegetarian, I’d always thought of her as completely unremarkable in every way. To be frank, the first time I met her I wasn’t even attracted to her. Middling height; bobbed hair neither long nor short; jaundiced, sickly-looking skin; somewhat prominent cheekbones; her timid, sallow aspect told me all I needed to know. As she came up to the table where I was waiting, I couldn’t help but notice her shoes -the plainest black shows imaginable. And that walk of hers-neither fast nor slow, striding nor mincing”.
Γκόλεμ του Pierre Assouline
«Όταν λιώνει το χιόνι, πού πάει το λευκό;
Με τους αγκώνες στο περβάζι του παραθύρου, το μέτωπο κολλημένο στο τζάμι, το βλέμμα χαμένο στις αρτηρίες του Μεγάλου Νοσοκομείου, αυτό το πλέγμα από δρόμους και λεωφόρους που του έδινε την αίσθηση πόλης μέσα στην πόλη, όπως είχε καταλήξει ο χώρος του νοσοκομείου με τις προσθήκες κτιρίων, παραδινόταν ξανά και ξανά σ’ αυτή την ερώτηση χωρίς απάντηση, της οποίας δεν γνώριζε τον δημιουργό, παρά τις έρευνές του στο διαδίκτυο και στους εγκυκλοπαιδικούς θησαυρούς των βιβλιοθηκών.»
Suburra των Kάρλο Μπονίνι, Τζανκάρλο ντε Κατάλντο
«Στο υγρό σκοτάδι της καλοκαιρινής νύχτας, τρεις άντρες περίμεναν μέσα σ’ ένα Fiat Ducato των καραμπινιέρων παρκαρισμένο δίπλα στον Τίβερη. Φορούσαν τις στολές του σώματος αλλά ήταν κακοποιοί. Στη λάθος μεριά της Ρώμης τούς ήξεραν με τα ψευδώνυμα Μπούκας, Λόταρ και Μαντρέικ. Ο Μπούκας κατέβηκε από το φορτηγάκι και πήγε στο ποτάμι. Έβγαλε από την τσέπη του ένα σπασμένο μπισκότο και το άφησε στο παραπέτο. Έκανε ένα-δυο βήματα πίσω κι απόμεινε να χαζεύει έναν γλάρο που έχωνε το ράμφος του μες στα τρίμματα του μπισκότου».
Το τέλος της ιστορίας της Lydia Davis
«Την τελευταία φορά που τον είδα -τότε δεν ήξερα ότι θα ήταν η τελευταία- καθόμουν στη βεράντα με μια φίλη. Εκείνος μπήκε απ’ την αυλόπορτα ιδρωμένος, με ροδαλό το πρόσωπο και το στήθος, με τα μαλλιά βρεγμένα, και κοντοστάθηκε ευγενικά, για να μας μιλήσει. Κάθισε οκλαδόν στο κεραμιδί τσιμεντένιο δάπεδο, ή μπορεί και στην άκρη ενός ξύλινου πάγκου. Ήταν μια καυτή μέρα του Ιουνίου. Είχε πάρει τα πράγματά του απ’ το γκαράζ μου και τα είχε φορτώσει στην καρότσα ενός ανοιχτού ημιφορτηγού. Σκόπευε, θαρρώ, να τα μεταφέρει σ’ ένα γκαράζ. Θυμάμαι πόσο αναψοκοκκινισμένος ήταν, αλλά η φαντασία μου πρέπει να καταβάλει προσπάθεια για να ξαναδώ τα ορειβατικά του μποτάκια, τους λευκούς μηρούς του που φάρδαιναν όταν κουκούβιζε ή καθόταν, και την ευπροσήγορη, φιλική έκφραση που σίγουρα είχε πάρει το πρόσωπό του καθώς μιλούσε σε τούτες τις δύο γυναίκες που δεν περίμεναν τίποτε από εκείνον».
Η Μαριονέτα του Daniel Cole
«Η Σαμάνθα Μπόιντ πέρασε κάτω από την ασταθή μπάρα της αστυνομίας και σήκωσε το βλέμμα στο άγαλμα της Θέμιδας που έστεκε στην κορυφή του διαβόητου δικαστηρίου του Λονδίνου Ολντ Μπέιλι. Αν και προοριζόταν να αποτελεί σύμβολο δύναμης και ακεραιότητας, η Σαμάνθα την έβλεπε τώρα ως αυτό που ήταν στην πραγματικότητα: μια πλανημένη, απελπισμένη γυναίκα, έτοιμη να σωριαστεί στο πεζοδρόμιο παραπαίοντας. Πολύ ταιριαστό που το μαντίλι που έδενε τα μάτια των ομοίων της ανά τον κόσμο είχε παραλειφθεί· γιατί η “τυφλή δικαιοσύνη” ήταν μια ιδέα αφελής, ιδίως όταν είχε να κάνει με ζητήματα όπως ο ρατσισμός ή η διαφθορά της αστυνομίας».
Ποτέ και Πουθενά του Neil Gaiman
«Η νύχτα, πριν πάει στο Λονδίνο, δεν ήταν διασκεδαστική για τον Ρίτσαρντ Μέιχιου. Το βράδυ είχε αρχίσει μια χαρά: είχε διαβάσει τις αποχαιρετιστήριες κάρτες, τον είχαν αγκαλιάσει αρκετές νεαρές κυρίες από τον φιλικό του κύκλο, κυρίες που δεν θα τις έλεγες άσχημες, είχε ακούσει τις συνηθισμένες προειδοποιήσεις για τους κινδύνους και τις παγίδες του Λονδίνου, είχε χαρεί με την άσπρη ομπρέλα που είχα πάνω της τον χάρτη του λονδρέζικου μετρό, που οι φίλοι του είχαν μαζέψει λεφτά και το είχαν αγοράσει·
[…]
