«Ο Τεντ Μακέι ήταν έτοιμος να ρίξει μια σφαίρα στον κρόταφο, όταν άρχισε να χτυπάει επίμονα το κουδούνι της πόρτας».
Σκοτεινή ύλη του Blake Crouch
«Λατρεύω τα βράδια της Πέμπτης. Έχουν μια αίσθηση ότι βρίσκονται πέρα από τον χρόνο. Είναι η παράδοσή μας: οι τρεις μας, μόνοι μας, μια οικογενειακή νύχτα. Ο γιος μου ο Τσάρλι κάθεται στο τραπέζι και ζωγραφίζει σε ένα μπλοκ ζωγραφικής. Είναι σχεδόν δεκαπέντε. Ψήλωσε πέντε εκατοστά το καλοκαίρι και με έχει φτάσει πια στο ύψος. Γυρίζω το κεφάλι από το κρεμμύδι που ψιλοκόβω και τον ρωτάω:
Το μυστικό νερό της Ιωάννας Μπουραζοπούλου
«Μέσα στο σκοτάδι που τον περιέβαλλε, ο Ριάλδης αισθανόταν την παρουσία του Μερμετούλη κι ας μην μπορούσε να τον δει. Μπορούσε όμως να μυρίσει την καμπούρα του, η οποία ανέδυε πάντα μια βαριά μυρωδιά, σαν φύλλα σαπισμένα από την υγρασία. Πώς βρέθηκε δεμένος με λουριά σε τούτο το στενό ιατρικό κρεβάτι; Δεν θυμόταν τίποτε απολύτως. Ένιωθε ένα έντονο κάψιμο στο δέρμα του, πίσω από το αριστερό αυτί. Μια οδοντιατρική λάμπα άναψε ξαφνικά, εστίασε στο πρόσωπό του και τον τύφλωσε. Ο Μερμετούλης έσκυψε από πάνω του κρατώντας μια μακριά λαβίδα, ενώ οι κόρες των ματιών του διαστέλλονταν και συστέλλονταν ασταμάτητα. Τη μια στιγμή κάλυπταν όλο το ασπράδι του βολβού και την άλλη γίνονταν μικροσκοπικές, σαν το κεφαλάκι της καρφίτσας. Η λαβίδα έστριψε προσεκτικά το λοβό του Ριάλδη. “Διακρίνω ένα μπλε σημάδι πίσω από το αριστερό σας αυτί, υποκόμη μου” μουρμούρισε ο Μερμετούλης. “Δεν είναι μεγαλύτερο από λίγα τετραγωνικά εκατοστά και έχει σχήμα ιππόκαμπου. Μήπως έχετε γεννηθεί στον αστερισμό της Παρθένου;”».
Η συντέλεια του κόσμου της Τζέννυ Έρπενμπεκ
«Ο Κύριος έδωκε και ο κύριος αφήρεσεν, της είχε πει η γιαγιά της στην άκρη του λάκκου. Αλλά δεν ήταν αλήθεια αυτό, γιατί ο Κύριος είχε αφαιρέσει πολύ περισσότερα απ’ όσα υπήρχαν-κι όλα όσα θα μπορούσαν να είχανε γίνει απ’ το παιδί κείτονταν τώρα εκεί κάτω κι έπρεπε να τα σκεπάσει το χώμα. Τρεις χούφτες χώμα, και το μικρό κορίτσι, που βγαίνει τρέχοντας απ’ το σπίτι με τη σάκα του στην πλάτη, το σκέπασε το χώμα, η σάκα τραμπαλίζεται πάνω κάτω, ενώ εκείνο όλο και απομακρύνεται· τρεις χούφτες χώμα, και η δεκάχρονη που παίζει πιάνο με χλομά δάχτυλα κειτότανε εκεί· τρεις χούφτες, και η έφηβη που την κοιτάζουνε οι άντρες επειδή τα μαλλιά της λάμπουνε τόσο χαλκοκόκκινα θάφτηκε ζωντανή· τρεις φορές ρίξανε χώμα, και η μεγάλη γυναίκα που θα της είχε πάρει, όταν θα είχε αρχίσει και η ίδια να γίνεται αργή, ένα εργόχειρο απ’ τα χέρια με τα λόγια: αχ, μάνα, κι εκείνη αργά
30 βιβλία για το καλοκαίρι
Ομολογώ ότι δυσκολεύτηκα να επιλέξω βιβλία για την καλοκαιρινή λίστα του blog. Νομίζω ότι ήταν μία από τις καλύτερες χρονιές. Οι εκδοτικοί οίκοι, παρά τη δύσκολη οικονομική συγκυρία, δε δίστασαν να εκδώσουν ακόμα και «δύσκολα», «απαιτητικά» βιβλία. Η επιλογή λοιπόν δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Παρακάτω θα βρείτε 30 εξαιρετικά βιβλία, Ελλήνων και ξένων συγγραφέων, απ’ όλα τα είδη, που νομίζω ότι θα σας χαρίσουν καλή συντροφιά. Πιστέψτε με, κανένα δε μπήκε τυχαία στη λίστα.
Να έχετε όλοι ένα όμορφο καλοκαίρι!
Η ιστορία ενός σκυλιού του Μαρκ Τουέιν
«Ο πατέρας μου ήταν Αγίου Βερνάρδου, η μητέρα μου κόλεϊ αλλά εγώ είμαι Πρεσβυτεριανή. Έτσι μου είχε πει η μητέρα μου, εγώ προσωπικά δεν καταλαβαίνω αυτές τις ωραίες διακρίσεις. Για μένα είναι απλά όμορφες μεγάλες λέξεις που δεν σημαίνουν τίποτα. Η μητέρα μου, όμως, τους είχε αδυναμία. Της άρεσε να τις λέει και μετά να παρατηρεί τα άλλα σκυλιά να εκφράζουν έκπληξη και ζήλια σαν να αναρωτιούνται πώς είναι δυνατόν να διαθέτει τέτοια μόρφωση. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, δεν επρόκειτο για αληθινή μόρφωση· ήταν απλά μια παράσταση.»
Σκοτεινός Αρκτικός του Ian McGuire
«Ιδε ο άνθρωπος. Σέρνοντας τα πόδια του, βγαίνει από την αυλή τού Κλάπισον στη Σάικς Στριτ και ανασαίνει ένα μείγμα διαλυτικού, ιχθυάλευρου, μουστάρδας, γραφίτη και συνηθισμένης αφόρητης πρωινής κατρουλίλας από μόλις αδειασμένα δοχεία νυκτός. Ξεφυσάει μια φορά, τρίβει το κεφάλι του με τα τραχιά, όρθια μαλλιά και διορθώνει τον καβάλο του. Μυρίζει τα δάχτυλά του, ύστερα τα πιπιλάει αργά ένα ένα, ρουφώντας τα τελευταία υπολείμματα, για να μην πάει χαμένη ούτε δεκάρα από τα λεφτά που έδωσε. Στο τέλος της Τσάρτερχαουζ Λέιν, στρίβει βόρεια στη Γουίνκολμλι, περνάει την Ταβέρνα ”De La Pole”, περνάει το εργοστάσιο σπαρματσέτων και το ελαιοτριβείο. Πάνω από τις στέγες των αποθηκών, βλέπει τα μεσιανά και τις μετζάνες των πλοίων να λικνίζονται, ακούει τις φωνές των λιμενεργατών και τις ματσόλες από το βαρελοποιείο εκεί κοντά.»
Η Κλάρα στο μισοσκόταδο του Χοσέ Κάρλος Σομόθα
«Η ΕΦΗΒΗ ΣΤΕΚΕΙ ΓΥΜΝΗ πάνω σ’ ένα βιβλίο. Η επίπεδη κοιλιά και η σκοτεινή έλλειψη του αφαλού είναι στο ύψος των ματιών μας. Κρατά το πρόσωπο γερτό, το βλέμμα χαμηλωμένο, το ένα χέρι μπροστά στην ήβη, το άλλο στο γοφό, τα γόνατα ενωμένα και κάπως λυγισμένα. Είναι βαμμένη σε φυσική σιένα και ώχρα. Σκιές σε ψημένη σιένα ανυψώνουν τα στήθη και διαγράφουν τις λαγόνες και τη σχισμή. Δεν είναι σωστό να λέμε “σχισμή” γιατί μιλάμε για ένα έργο τέχνης, βλέποντάς την όμως, μόνο αυτό μας έρχεται στο μυαλό. Είναι μια ελάχιστη και κάθετη σχισμή, δίχως ίχνος χνούδι. Κάνουμε το γύρο του βάθρου και ατενίζουμε τη φιγούρα από τα νώτα. Οι μαυρισμένοι γλουτοί αντανακλούν κόκκους φωτός. Αν απομακρυνθούμε, η ανατομία της μας φαίνεται πιο αθώα. Μικρά λευκά άνθη σκεπάζουν τα μαλλιά της. Στα πόδια της υπάρχουν περισσότερα άνθη – μια λιμνούλα από γάλα. Ακόμα κι από αυτήν την απόσταση, εξακολουθούμε να αντιλαμβανόμαστε την τόσο ιδιάζουσα μυρωδιά που αναδίδει, σαν δάσος αρωματισμένο από τη βροχή. Κοντά στην ταινία ασφαλείας, ένα ανάλογο με τον τίτλο σε τρεις γλώσσες: “Ξεπαρθένεμα”».
Στη σωφρονιστική αποικία του Franz Kafka
«Είναι ένα ιδιόρρυθμο μηχάνημα», είπε ο αξιωματικός στον ερευνητή-ταξιδιώτη και επιθεώρησε, με βλέμμα γεμάτο θαυμασμό, τη μηχανή, την οποία ήταν προφανές ότι γνώριζε πολύ καλά. Φαίνεται πως ο ταξιδιώτης δέχτηκε, από ευγένεια και μόνο, την πρόσκληση του διοικητή να παραστεί μάρτυρας στην εκτέλεση ενός στρατιώτη, που καταδικάστηκε σε θάνατο για απειθαρχία και προσβολή ανωτέρου. Η εκτέλεση αυτή δεν παρουσίαζε μεγάλο ενδιαφέρον, ακόμα και μέσα στην ίδια τη σωφρονιστική αποικία. Στο βαθύ, στενό και αμμώδες φαράγγι, τριγυρισμένο από γυμνές βουνοπλαγιές, βρίσκονταν, εκτός από τον ταξιδιώτη και των αξιωματικό, ο κατάδικος – ένας αποβλακωμένος άνθρωπος με ορθάνοιχτο στόμα, ανάκατα μαλλιά και ταλαιπωρημένη όψη- και ένας στρατιώτης. Αυτός σήκωνε τη μεγάλη, βαριά αλυσίδα, που διακλαδωνόταν σε μικρότερες, με τις οποίες ο κατάδικος ήταν δεμένος στους αστραγάλους, τους καρπούς και τον λαιμό».
