«Τον Μιχάλη τον πήρε ο αέρας. Είχε σταθεί προς νερού του άκρη-άκρη στην πιο ψηλή αναβαθμίδα του βουνού, έξω από το καλύβι του και πήγε από κάτω. Έτσι συνήθιζε, να στέκει εκεί, στο χείλος της πεζούλας και να κορδώνεται, για να βγάλει το πουλί του όσο μπορούσε πιο μπρος. Σαν τόξο ινδιάνικο γινότανε το κορμί του από το τέντωμα. Έβαζε και το δεξί του χέρι στο νεφρό και έσπρωχνε κάπως κι από κει. Με το αριστερό διεύθυνε το βέλος, ανάλογα με τον άνεμο, για να στέλνει το κάτουρο κατευθείαν στην αποκατινή εμασιά. Όλα αυτά επειδή δεν ήθελε να πιτσιλάει τα πόδια του και να βρομάνε τα μπατζάκια του ύστερα κατρουλίλα. Μα εκείνο το απόγευμα έπεσε και αυτός. Δεν ήτανε πολύ ψηλά, σκάρτα δυο μέτρα μόνο, αλλά την πήρε βολικά. Χτύπησε το κεφάλι του απάνω σε μια κοτρόνα που είχε κυλήσει απ’ τη μισογκρέμια ξερολιθιά και έμεινε επί τόπου. Ξαίμαξε ώσπου ν’ ανεβώ.»
Η ταβέρνα της Τζαμάικας της Daphne Du Maurier
«Ήταν μια γκρίζα παγωμένη μέρα, στα τέλη του Νοέμβρη. Ο καιρός είχε αλλάξει μέσα σε μια νύχτα, κι ο άνεμος είχε φέρει μαζί του έναν μολυβένιο ουρανό κι ένα αδιάκοπο ψιλόβροχο, και παρόλο που δεν ήταν καλά καλά δύο το απόγευμα, το χλωμό χειμωνιάτικο σούρουπο έμοιαζε να πλησιάζει τους γύρω λόφους, τυλίγοντάς τους στην καταχνιά. Μέχρι τις τέσσερις θα είχε σκοτεινιάσει. Ο αέρας ήταν υγρός και παγωμένος, και παρά τα σφαλισμένα παράθυρα, τρύπωνε μέσα στην άμαξα. Η υγρασία στα πέτσινα καθίσματα γινόταν αισθητή με το άγγιγμα, και πρέπει να υπήρχε μια χαραμάδα στην οροφή, γιατί πού και πού οι στάλες της βροχής έπεφταν απαλά στο εσωτερικό, μουσκεύοντας το δέρμα κι αφήνοντας έναν σκούρο λεκέ, σαν μελάνι πιτσιλισμένο. Με τις ριπές του ανέμου η άμαξα κλυδωνιζόταν στις στροφές του δρόμου, και στα ακάλυπτα σημεία της διαδρομής φυσούσε με τέτοια ένταση, που όλη η καρότσα έτρεμε και ταλαντευόταν, ανάμεσα στις ψηλές της ρόδες, σαν μεθυσμένη».
Η ιδιωτική ζωή των δέντρων του Αlejandro Zambra
«Ο Χουλιάν διασκεδάζει τη μικρή με την «Ιδιωτική ζωή των δέντρων», μια σειρά παραμύθια που σκάρωσε για να τη νανουρίζει. Κεντρικοί ήρωες των παραμυθιών είναι μια λεύκα κι ένα μπαομπάμπ που, τις νύχτες, όταν δεν τα βλέπει κανείς, κουβεντιάζουν για φωτοσυνθέσεις, για σκίουρους ή για τα αναρίθμητα πλεονεκτήματα του να είσαι δέντρο και όχι άνθρωπος ή ζώο, ή όπως λένε τα ίδια, ηλίθιος τσιμεντένιος όγκος».
Ζούσαμε πάντα σ’ ένα κάστρο της Shirley Jackson
«ΜΕ ΛΕΝΕ ΜΕΡΙ ΚΑΘΡΙΝ ΜΠΛΑΚΓΟΥΝΤ. Είμαι δεκαοχτώ χρονών και ζω με την αδελφή μου, την Κόνστανς. Έχω σκεφτεί πολλές φορές ότι με λίγη τύχη θα μπορούσα να είχα γεννηθεί λυκάνθρωπος, επειδή τα δυο μεσαία δάχτυλα των χεριών μου έχουν το ίδιο μήκος, αλλά έπρεπε να αρκεστώ σε ό,τι είχα. Αντιπαθώ το μπάνιο, τα σκυλιά και τη φασαρία. Συμπαθώ την αδελφή μου την Κόνστανς, τον Ριχάρδο της Υόρκης και το Amanita Phalloides, το μανιτάρι θανατίτη. Όλα τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς μου έχουν πεθάνει».
Έπρεπε να είχες φύγει του Ντάνιελ Κέλμαν
«Η Γιάννα και η Έλλα κάνουν διπλό ποδήλατο σ’ έναν επαρχιακό δρόμο. Ο ήλιος λάμπει, τα στάχυα κυματίζουν, ευχάριστη μουσική. Η Έλλα κάθεται μπροστά και οδηγεί, η Γιάννα έχει τα χέρια απλωμένα, κοντινό πλάνο: μισοκλείνουν τα μάτια στη λιακάδα ευτυχισμένες. Και τότε το ποδήλατο πατάει πάνω σε μια πέτρα, βγαίνει απ’ τον δρόμο και τουμπάρει. Μικρές κραυγές πόνου και ξεφωνητά. Fade out στη μουσική, μαύρο, τίτλοι αρχής. Και τώρα μένει να πετύχω το σωστό ύφος».
Η καρδιά πεθαίνει τελευταία της Μάργκαρετ Άτγουντ
«Στρίμωγμα να κοιμάσαι σε αμάξι. Έτσι κι αλλιώς, κανένα Honda από τρίτο χέρι δεν είναι παλάτι. Αν ήταν βαν, θα είχαν περισσότερο δώρο, αλλά σιγά μη μπορούσαν να πάρουν βαν, ακόμα και παλιά, τότε που νόμιζαν πως είχαν λεφτά. Ο Σταν λέει ότι είναι τυχεροί που έχουν έστω και το Honda, κι έχει δίκιο, η τύχη τους όμως δεν κάνει το αυτοκίνητο μεγαλύτερο».
Αυτό που σου ανήκει του Γκαρθ Γκρίνγουελ
«To ότι η πρώτη μου συνάντηση με τον Μίτκο Μ. κατέληξε σε μια προδοσία, όσο μικρή κι αν ήταν, θα έπρεπε να μου είχε χτυπήσει ήδη από τότε το καμπανάκι του κινδύνου, πράγμα που με τη σειρά του θα όφειλε να έχει περιορίσει, αν όχι εξαλείψει τελείως, τον πόθο μου γι’ αυτόν. Όμως η αίσθηση του κινδύνου σε μέρη όπως οι τουαλέτες του Εθνικού Μεγάρου Πολιτισμού, όπου τον πρωτογνώρισα, είναι στοιχείο συνώνυμο του αέρα που αναπνέουμε όσοι βρισκόμαστε εκεί, πανταχού παρόν και αναπόδραστο, με αποτέλεσμα να γίνεται αναπόσπαστο συστατικό της επιθυμίας που μας προσελκύει ως εκεί. Από τις σκάλες ακόμα έφτασε στ’ αυτιά μου η φωνή του, η οποία, όπως και όλος ο υπόλοιπος, ήταν πολύ επιβλητική για εκείνα τα υπόγεια, ξεχυνόταν από τα βάθη τους σαν να ήθελε να επιστρέψει στο φωτεινό απομεσήμερο, που δεν είχε τίποτα το φθινοπωρινό κι ας ήταν κιόλας μέσα Οκτωβρίου·».
Μoderato Cantabile της Mαργκερίτ Ντιράς
«-Διαβάζεις, παρακαλώ, αυτό που γράφει στο πάνω μέρος της παρτιτούρας σου; ρώτησε η κυρία
– Moderato Cantabile, είπε το παιδί.
Η κυρία υπογράμμισε αυτή την απάντηση χτυπώντας μια φορά με το μολύβι πάνω στα πλήκτρα. Το παιδί έμεινε ασάλευτο, το κεφάλι στραμμένο στην παρτιτούρα του.
– Και τι θέλει να πει moderato cantabile;
Η τζαζ του δολοφόνου του Ray Celestin
«Αξιότιμε Θνητέ:
Δεν με έχουν πιάσει ποτέ ούτε και πρόκειται να με πιάσουν. Δεν με έχουν δει ποτέ, εφόσον είμαι αόρατος, ομοιόμορφος σαν τον αιθέρα που περιβάλλει τη γη σας. Δεν είμαι ανθρώπινο πλάσμα, αλλά πνεύμα και δαίμονας από την πιο καυτή Κόλαση. Είμαι αυτός που εσείς, οι κάτοικοι της Ορλεάνης, και η ανόητη αστυνομία σας αποκαλούν Πελεκητή».
Ιστορίες της ζωής σου και άλλες ιστορίες του Τed Chiang
Ο πύργος της Βαβυλώνας:
«Αν ο πύργος κείτονταν στην πεδιάδα της Σενναάρ, θα χρειάζονταν δυο μέρες για να περπατήσεις από τη μια άκρη ως την άλλη. Όσο ο πύργος είναι όρθιος, χρειάζεται ένας ολόκληρος μήνας και μισός για να ανεβείς από τη βάση στην κορυφή του χωρίς άλλα βάρη. Αλλά λίγοι ανεβαίνουν στον πύργο με άδεια χέρια· το βήμα των περισσότερων το βραδύνει το καρότσι με τα τούβλα που τραβούν πίσω τους. Τέσσερις μήνες περνούν από τη μέρα που θα το πάρουν από εκεί για να γίνει μέρος του πύργου».
