ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Ο Κάφκα στην ακτή του Χαρούκι Μουρακάμι

© Antonio Lapa

«Ψάχνεις για λεφτά λοιπόν»; το αγόρι που το έλεγαν Κρόου ρωτάει με τη χαρακτηριστική αργόσυρτη φωνή του. Το είδος της φωνής που έχεις το πρωί, αγουροξυπνημένος, με στόμα ακόμα μουδιασμένο και στεγνό. Εκείνος όμως προσποιείται. Είναι εντελώς ξύπνιος, όπως πάντα. Κουνάω το κεφάλι μου καταφατικά. «Πόσα;» Κάνω τους υπολογισμούς με τον νου μου. «Γύρω στις 400.000 γεν σε μετρητά, συν τα χρήματα που μπορώ να σηκώσω από το μηχάνημα αυτόματης ανάληψης. Ξέρω πως δεν είναι πολλά, αλλά πρέπει να είναι αρκετά. Προς το παρόν».

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Το όνειρο του Μισισιπή του George R.R. Martin

High pressure steamboat Mayflower first class packet between St. Louis and New Orleans on the Mississippi River - Capt. Joseph Brown. Library of Congress Prints and Photographs Division Washington, D.C. 20540 USA

«Σεντ Λούις, Απρίλιος 1857.

Ο ΑΜΠΝΕΡ ΜΑΡΣ ΧΤΥΠΗΣΕ ΕΛΑΦΡΑ ΤΗ ΛΑΒΗ του κομψού μπαστουνιού του από ξύλο λευκοκαριάς πάνω στο γραφείο υποδοχής του ξενοδοχείου για να τον προσέξει ο υπάλληλος. «Ήρθα να δω κάποιον Γιορκ» είπε. Τζος Γιορκ το όνομά του, νομίζω. Έχετε εδώ κανέναν μ’ αυτό το όνομα;» Ο υπάλληλος ήταν ηλικιωμένος με γυαλιά. Τινάχτηκε ακούγοντας το χτύπημα, στράφηκε, κοίταξε καχύποπτα τον Μαρς κι αμέσως μετά χαμογέλασε. «Μπα, ο καπετάνιος Μαρς!» είπε σε εγκάρδιο τόνο. «Έχω να σε δω πάνω από μισό χρόνο, καπετάνιε. Έμαθα για τη συμφορά που σε βρήκε. Φοβερό, τι να πω, φοβερό. Είμαι εδώ από το ’36, τέτοιο σφήνωμα σε πάγο δεν έχω ξαναδεί». «Μη χολοσκάς» είπε ο Μαρς ενοχλημένος. Τα περίμενε τέτοιου είδους σχόλια. Το ξενοδοχείο Πλάντερς Χάουζ ήταν ένα από τα αγαπημένα στέκια των ναυτικών του ποταμού, όπου σύχναζε και ο ίδιος για φαγητό πριν από εκείνο τον σκληρό χειμώνα. Μετά το φρακάρισμα στον πάγο, όμως, δεν είχε έρθει ούτε μια φορά, και ο λόγος δεν ήταν μόνο οι τιμές. Όσο κι αν του άρεσε η κουζίνα του Πλάντερς Χάουζ, δεν είχε καμιά όρεξη για τους θαμώνες: τιμονιέρηδες, καπετάνιοι, μηχανικοί, ναυτικοί του ποταμού, παλιοί φίλοι και παλιοί ανταγωνιστές, που ήξεραν όλοι για την κακοτυχία του. Ο Άμπνερ Μαρς δεν ήθελε τον οίκτο κανενός».

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Σταθμός Έντεκα της Emily St. John Mandel

© Evan Kirby

«Ο βασιλιάς στεκόταν λουσμένος στο γαλάζιο φως· σαλεμένος. Ήταν η 4η πράξη του Βασιλιά Ληρ, μια χειμωνιάτικη νύχτα, στο Θέατρο Έλγκιν, στο Τορόντο. Νωρίτερα το απόγευμα, την ώρα που έμπαιναν οι θεατές, τρία κοριτσάκια έπαιζαν χτυπώντας παλαμάκια στη σκηνή-οι κόρες του Ληρ σε παιδική ηλικία, που τώρα είχαν επιστρέψει ως παραισθήσεις στη σκηνή της τρέλας. Ο βασιλιάς παραπατούσε και άπλωνε τα χέρια να τις πιάσει, καθώς εκείνες μπαινόβγαιναν στις σκιές. Το όνομά του ήταν Άρθουρ Λιάντερ. Ήταν πενήντα ενός ετών και είχε λουλούδια στα μαλλιά.»

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Όσα δεν σου είπα ποτέ της Celeste Ng

© Christopher Campbell

«H ΛΙΝΤΙΑ ΕΙΝΑΙ ΝΕΚΡΗ. Αλλά ακόμη δεν το ξέρουν. Είναι 3 Μαΐου του 1977, έξι και μισή το πρωί, και κανένας δεν ξέρει τίποτα, πέρα από τούτο το απλό γεγονός: Πως η Λίντια έχει αργήσει για το πρωινό. Όπως πάντοτε, δίπλα στο μπολ της με τα δημητριακά η μητέρα της έχει βάλει ένα ξυσμένο μολύβι και την εργασία της Λίντια στο μάθημα της Φυσικής – έξι προβλήματα σημειωμένα με μικρά «τικ». Πηγαίνοντας με το αμάξι στη δουλειά, ο πατέρας της Λίντια προσπαθεί να πιάσει τον WXKP, την Καλύτερη Πηγή Ειδήσεων στο βορειοδυτικό Οχάιο, εκνευρισμένος απ’ τα παράσιτα στο ραδιόφωνο.Στα σκαλιά, ο αδελφός της Λίντια χασμουριέται, χαμένος ακόμη σε κάποιο όνειρο που έβλεπε προτού ξυπνήσει. Στην καρέκλα της στη γωνιά της κουζίνας, η αδελφή της Λίντια είναι σκυφτή, με βλέμμα απλανές πάνω από τα δημητριακά της, πιπιλίζοντάς τα ένα ένα και περιμένοντας την αδελφή της να φανεί. Αυτή είναι που τελικά λέει: «Η Λίντια άργησε πολύ σήμερα».

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Ο αχός της εποχής του Julian Barnes

Dmitri Dmitrievich Shostakovich

«Τί θα μπορούσε να αντιπαρατεθεί στον αχό της εποχής; Μόνο αυτή η μουσική που βρίσκεται μέσα μας, η μουσική της ύπαρξής μας, που μερικοί τη μετατρέπουν σε πραγματική μουσική. Και αυτή με τη σειρά της, αν είναι αρκετά δυνατή, αληθινή και καθαρή, έτσι ώστε να καταπνίξει τον αχό της εποχής, μετατρέπεται σε ψίθυρο της ιστορίας. Να τι τον στήριζε».

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Αγαπημένη της Toni Morrison

© Sandra Cunningham

«TΟ 124 ΗΤΑΝ ΟΛΟ ΜΙΣΟΣ. Γεμάτο φαρμάκι βρέφους. Οι γυναίκες του σπιτιού το ήξεραν, το ίδιο και τα παιδιά. Για χρόνια, καθένας έβρισκε τον τρόπο του ν’ αντέξει το μίσος, όμως μέχρι το 1873, η Σήθ κι η κόρη της Ντένβερ ήταν τα μόνα του θύματα. Η γιαγιά, η Μπέμπα Σάγκς, είχε πεθάνει και οι γιοί, ο Χάουαρντ και ο Μπάγκλαρ, το είχαν σκάσει μόλις έγιναν δεκατριών χρονώ – μόλις ένας καθρέφτης θρυμματίστηκε στο κοίταγμά του (αυτό ήταν το σινιάλο για τον Μπάγκλαρ). Μόλις δύο αποτυπώματα από μικροσκοπικά χέρια φάνηκαν στο γλυκό (αυτό ήταν για τον Χάουαρντ). Κανένα απ’ τ’ αγόρια δεν περίμενε να δει περισσότερα. Ακόμα μια χύτρα μπιζέλια αδειασμένα σωρό πάνω στο πάτωμα ν’ αχνίζουν.