«ΕΙΜΑΙ ΚΑΤΑΣΚΟΠΟΣ, κοιμώμενος, διπρόσωπος. Δεν εκπλήσσει ίσως το ότι είμαι και δίβουλος. Δεν είμαι κάποιος μεταλλαγμένος απ’ αυτούς στα κόμικς ή στις ταινίες τρόπου, καίτοι μου έχουν φερθεί σαν να είμαι. Απλώς, είμαι ικανός να δω κάθε θέμα από δύο μεριές. Καμία φορά, κολακεύομαι να πιστεύω ότι αυτό είναι ταλέντο, και μολονότι είναι, ήσσονος φύσεως βέβαια, πιθανόν να είναι και το μοναδικό που διαθέτω. Άλλοτε πάλι, όταν σκέφτομαι ότι δεν μπορώ παρά μόνον να παρατηρώ τον κόσμο, αναρωτιέμαι αν θα μπορούσε να θεωρηθεί ταλέντο αυτό που διαθέτω. Άλλωστε, ταλέντο σημαίνει κάτι που χρησιμοποιείς, κι όχι κάτι που σε χρησιμοποιεί. Το ταλέντο που δεν μπορείς να χρησιμοποιήσεις, το ταλέντο που σε κατέχει – είναι κάτι επικίνδυνο, οφείλω να πω. Αλλά τον μήνα που αρχίζει αυτή εδώ η εξομολόγηση, το τρόπος μου να βλέπω τα πράγματα έμοιαζε να είναι μάλλον αρετή παρά ελάττωμα, κι έτσι εμφανίζονται για πρώτη φορά ορισμένοι κίνδυνοι».
Υπομονή του Daniel Clowes
«Ένα συμπαντικό χωροχρονικό ταξίδι θανάτου στο αρχέγονο άπειρο της παντοτινής αγάπης».
Η χαμένη αναγνώστρια του Fabio Stassi
«Δώσαμε ραντεβού σ’ ένα καφέ της οδού Μερουλάνα, δύο βήματα από τη βασιλική της Σάντα Μαρία Ματζόρε. Ευτυχώς, δεν χρειάστηκε να της δώσω καμία εγγύηση. Το ότι δεν είχα σταθερή δουλειά, της το εξομολογήθηκα αμέσως.
“Eίμαι φιλόλογος”, της είπα, “αλλά βρίσκομαι σε αργία ”
“Σε άδεια εννοείται;”
Α=-Α του Δημήτρη Αναστασίου
«Το πρόβλημά μου ήταν ότι δεν είχα ιδέα τι έκανα εκεί, ξαπλωμένος φαρδύς-πλατύς. Για το πώς είχα βρεθεί σε αυτή την περίεργη θέση, στο μυαλό μου υπήρχε το απόλυτο κενό.
Η γυναίκα στο παράθυρο του Έι Τζέι Φιν
«Ο άντρας της κοντεύει να επιστρέψει. Θα την πιάσει αυτή τη φορά.
Δεν υπάρχει ούτε μία κουρτίνα, ούτε ένα στόρι στον αριθμό 212 – στο σπίτι, βαμμένο στο κόκκινο της σκουριάς, που κάποτε, μέχρι πρόσφατα, φιλοξενούσε τους νιόπαντρους Μοτ, ώσπου χώρισαν. Ποτέ δεν γνώρισα τους Μοτ αλλά πού και πού τους τσεκάρω στο διαδίκτυο: το προφίλ του στο Linkedin, τη σελίδα της στο Facebook. Η λίστα γάμου τους στο Macy’s εξακολουθεί να υπάρχει. Ακόμα θα μπορούσα να τους πάρω δώρο μαχαιροπίρουνα.
Να με φωνάζεις με τ’ όνομά σου του André Aciman
«ΜΙΛΑΜΕ ΑΡΓΟΤΕΡΑ!» ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ, Η ΦΩΝΗ, ΤΟ ΥΦΟΣ.
Δεν είχα ακούσει κάποιον άλλον ως τότε να χρησιμοποιεί αυτή τη φράση ως αποχαιρετισμό. Ακουγόταν σκληρή, βάναυση και απορριπτική, με τη συγκαλυμμένη αδιαφορία όσων μπορεί και να μη νοιάζονται αν θα σε ξαναδούν ποτέ.
Μια βαλίτσα βιβλία για το καλοκαίρι
Είμαστε όλοι μουδιασμένοι και σοκαρισμένοι. Με όσα τραγικά συνέβησαν είναι πάρα πολύ δύσκολο να συγκεντρωθείς και να γράψεις, ακόμη περισσότερο να διαβάσεις. Παρ’ όλα αυτά πρέπει να συνεχίσουμε, ευχόμενοι η χώρα μας και καμιά φυσικά χώρα στον κόσμο να μη ζήσει άλλες τραγωδίες.
Στα βιβλία μας τώρα.
Κάθε χρόνο, λίγο πριν τις διακοπές επανέρχεται το ίδιο ερώτημα: ποια βιβλία να πάρεις μαζί σου; Ποια βιβλία επιλέγεις, για να συνδέσεις τις καλοκαιρινές σου στιγμές με αυτά, ώστε το χειμώνα, βλέποντας τη ράχη τους, να θυμάσαι μυρωδιές, θάλασσες, ανθρώπους, πραγματικούς και φανταστικούς; Για άλλη μια χρονιά το Proust & Kraken σάς βοηθάει να επιλέξετε από μια θάλασσα βιβλίων, ώστε αυτά που θα πάρετε μαζί σας να τα θυμάστε, συνδέοντάς τα με ωραίες αναμνήσεις. Καλό καλοκαίρι σε όλους!
Υπόγειος Σιδηρόδρομος του Colson Whitehead
«Την πρώτη φορά που ο Σίζαρ πλησίασε την Κόρα για να το σκάσουν βόρεια, εκείνη του είπε όχι. Ήταν η γιαγιά της που μιλούσε. Η γιαγιά της Κόρα είδε για πρώτη φορά στη ζωή της τον ωκεανό ένα ηλιόλουστο απόγευμα στο λιμάνι Ουίντα. Η γιαγιά της είχε πεθάνει, κι όμως η λάμψη του νερού συνέχιζε να τρυπώνει στο μπουντρούμι του φρουρίου. Στο μπουντρούμι τούς αποθήκευαν μέχρι να φτάσουν τα πλοία. Επιδρομείς από τη
JAZZ της Toni Morrison
«E, την ξέρω αυτή τη γυναίκα. Έμενε κάποτε στη λεωφόρο Λένοξ, συντροφιά μ’ ένα σμάρι πουλιά. Ξέρω και τον άντρα της. Ξεμυαλίστηκε μ’ ένα δεκαοχτάχρονο κορίτσι, μ’ έναν από εκείνους τους ολέθριους, τρομακτικούς έρωτες που τον έκανε να νιώθει τέτοια θλίψη και ευτυχία ώστε τη σκότωσε μόνο και μόνο για να κρατήσει ζωντανό τούτο το αίσθημα. Όταν η γυναίκα, το όνομά της είναι Βάιολετ, πήγε στην κηδεία να δει το κορίτσι και να χαρακώσει το πεθαμένο του πρόσωπο, ο κόσμος την έριξε κάτω και την πέταξε έξω απ’ την εκκλησία. Κι εκείνη έτρεξε, μέσα σ’ όλο εκείνο το χιόνι, κι όταν γύρισε στο διαμέρισμά της έβγαλε τα πουλιά από τα κλουβιά τους, άνοιξε τα παράθυρα και τα άφησε να παγώσουν ή να πετάξουν, μαζί και τον παπαγάλο που έλεγε “σ’ αγαπώ”».
